Διάκριση μεταξύ νέων και παλαιών διατάξεων αναφορικά με την επιβολή προστίμου ποσού 10.550 Ευρώ για την αδήλωτη – ανασφάλιστη εργασία

Αρχικά δυνάμει της Φ.11321/11115/802/2.6.2014 είχε καθοριστεί το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού των προστίμων και κυρώσεων που επιβάλλονται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, από την ΕΥΠΕΑ και τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ σε περίπτωση που διαπιστώνονταν ότι κάποιος εργοδότης απασχολεί υπαλλήλους οι οποίοι δεν είναι καταχωρημένοι νομότυπα στο σύστημα Εργάνη, δηλαδή για την περίπτωση που ο εργοδότης απασχολεί ανασφάλιστους εργαζόμενους.

Σήμερα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5-8 του Ν. 4554/18 όπως συμπληρώθηκε από τα άρθρα 65 επ. του Ν. 4635/2019, ορίζεται νέος τρόπος ρύθμισης των προστίμων που επιβάλλονται στον εργοδότη σε περίπτωση που αυτός αποδέχεται το πρόστιμο που του έχουν επιβάλλει τα αρμόδια όργανα και δεν θέλει να ασκήσει προσφυγή κατά της πράξης επιβολής προστίμου, παραιτούμενος από οποιοδήποτε ένδικο μέσο ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων. Κύρια σημεία του νέου νόμου σε σχέση με τον προϊσχύσαντα είναι η μη διάκριση των εργαζομένων όσον αφορά το ύψος των προστίμων, η διαφορετική ρύθμιση – έκπτωση στον τρόπο εξόφλησης του προστίμου, η διαφορετική αντιμετώπιση στην υποτροπή του εργοδότη, η κατάργηση του προστίμου για τη μη τήρηση πίνακα προσωπικού και η υποχρεωτική παραίτηση από οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα.

Όλα τα κατωτέρω αφορούν τις περιπτώσεις που ο ελεγχόμενος εργοδότης θεωρεί ότι ορθώς του επιβλήθηκε το πρόστιμο και δε θέλει να ασκήσει προσφυγή κατά της πράξης επιβολής προστίμου. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει αν απευθυνθεί εντός διμήνου σε εξειδικευμένο δικηγορικό γραφείο.

Ειδικότερα με το νέο θεσμικό πλαίσιο πέραν των άλλων ρυθμίζονται:

1)  Ύψος Επιβαλλόμενων Προστίμων για Αδήλωτη Εργασία

Α. Βασικό Ποσό Προστίμου:

Με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 4554/2018, καθορίζεται το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 10.500€, για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο που εντοπίζεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο και για τον οποίο διαπιστώνεται η μη αναγραφή του σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού Ε4, ανεξαρτήτως ηλικίας και ειδικότητας σε αντίθεση με τον παλαιότερο νόμο που διέκρινε τα πρόστιμα σε υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες καθώς και σε αυτούς που είχαν συμπληρώσει ή όχι το 25ο έτος της ηλικίας τους. Πλέον το πρόστιμο είναι ένα και κοινό για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο.

Η πράξη επιβολής προστίμου συντάσσεται και επιδίδεται στον εργοδότη εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από την ημέρα επίδοσης του Δελτίου Ελέγχου σε αυτόν, ενώ με τον προηγούμενο νόμο η κοινοποίηση έπρεπε να λάβει χώρα εντός 5 εργασίμων ημερών.

Β. Υποτροπή Εργοδότη

Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, η οποία διαπιστώνεται εντός τριών (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο που διενεργήθηκε από την ημέρα ισχύος του κοινοποιούμενου νόμου, το βασικό ποσό προστίμου των 10.500€ προσαυξάνεται ως εξής:

α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και
β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από αυτήν της παραπάνω περίπτωσης. Διαφορετικά στο προϊσχύοντα νόμο προβλέπονταν ότι σε περίπτωση υποτροπής της επιχείρησης/εργοδότη για την παραπάνω παράβαση, επιβάλλονταν, πέραν του χρηματικού προστίμου, προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση.

2) Δικαίωμα και Προϋποθέσεις Έκπτωσης Προστίμου

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 4554/18 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 66 του Ν.4635/2019, παρέχεται το δικαίωμα της έκπτωσης στο βασικό ποσό του προστίμου, εφόσον ο εργοδότης προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών με τον εργαζόμενο που εντοπίστηκε ως αδήλωτος, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα του ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο ορίζεται στο ποσό των 2.000 Ευρώ.

Ειδικά στις περιπτώσεις εποχικών εργασιών, το ανωτέρω πρόστιμο ορίζεται στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας, τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εφόσον ο χρόνος λειτουργίας της εποχικής επιχείρησης ή εκμετάλλευσης δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση του ελάχιστου απαιτούμενου χρόνου απασχόλησης (τρίμηνο), ο εργοδότης υποχρεούται να συμπληρώσει τον υπόλοιπο χρόνο του τριμήνου κατά την επόμενη περίοδο λειτουργίας. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί υποχρέωσης επαναπρόσληψης εργαζομένων εποχικών επιχειρήσεων δεν θίγονται.

Αντίθετα και σύμφωνα με τον προηγούμενο νόμο το πρόστιμο καταβάλλονταν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.−Ε.Τ.Α.Μ εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών (10) από την ημερομηνία επίδοσης της Πράξης Επιβολής Προστίμου. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταβολής του βεβαιωμένου προστίμου παρέχονταν έκπτωση ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) επί του επιβληθέντος προστίμου.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο προκειμένου για τη χορήγηση του δικαιώματος της έκπτωσης, ο εργοδότης αποδέχεται το πρόστιμο και παραιτείται του δικαιώματος άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων, ενώ στον προισχύοντα νόμο κάτι τέτοιο δεν ήταν υποχρεωτικό, αντίθετα ο εργοδότης είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει το πρόστιμο εκμεταλλευόμενος την έκπτωση του 30% επί του προστίμου ασκώντας παράλληλα και προσφυγή κατά της πράξης επιβολής προστίμου.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο ο εργοδότης δεν δύναται να κάνει χρήση του δικαιώματος της έκπτωσης, εφόσον υπάρχει διαπιστωμένη υποτροπή αυτού, αντίθετα με τον προισχύοντα νόμο που είχε το δικαίωμα της έκπτωσης χωρίς κανένα άλλο περιορισμό πέραν της εμπρόθεσμης αποπληρωμής.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο πέραν της βασικής προϋπόθεσης της πρόσληψης του εργαζομένου που εντοπίστηκε ως αδήλωτος ο εργοδότης υποχρεούται επιπλέον να καταβάλλει το επιβληθέν μειωμένο ποσό του προστίμου, που αντιστοιχεί ανά περίπτωση σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών (αντί 10 εργασίμων ημερών σύμφωνα με τον προϊσχύοντα νόμο) από την ημερομηνία επίδοσης της Πράξης Επιβολής Προστίμου.

 Πέραν των ανωτέρω και προκειμένου ο εργοδότης να διατηρήσει το δικαίωμα των παραπάνω εκπτώσεων, δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση του προσωπικού από την ημερομηνία και ώρα του ελέγχου και καθ’ όλη τη διάρκεια της επιλεγείσας σύμβασης, κατά τα ανωτέρω.

Ως μείωση του προσωπικού θεωρείται: α) η μείωση του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνταν συνολικά στην επιχείρηση, την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου, προσαυξημένου με αυτού ή αυτών που προσέλαβε ο εργοδότης προκειμένου να λάβει την έκπτωση, β) η καταγγελία σύμβασης εργασίας, γ) η εθελούσια έξοδος κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων παροχής κινήτρων εθελουσίας εξόδου και δ) η οικειοθελής αποχώρηση εργαζομένου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο διορισμός στο Δημόσιο.

Αντίθετα, στην έννοια της μείωσης του προσωπικού, δεν περιλαμβάνονται οι κάτωθι ενδεικτικές περιπτώσεις : α) η συνταξιοδότηση εργαζομένου, β) η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί πριν την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου, λόγω παρόδου της συμφωνηθείσας διάρκειας, γ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ύστερα από την υποβολή μήνυσης του εργοδότη κατά εργαζομένου, σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινης πράξης από τον τελευταίο, δ) η φυλάκιση ή ο θάνατος εργαζομένου, ε) η αδυναμία ανανέωσης της άδειας διαμονής και πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζομένου.

Σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή καθεστώτος απασχόλησης εργαζομένων από πλήρη σε μερική ή εκ περιτροπής ή σε περίπτωση που εργαζόμενος τεθεί σε διαθεσιμότητα, ο εργοδότης χάνει το δικαίωμα της έκπτωσης και η Υπηρεσία προβαίνει στη βεβαίωση του υπολειπόμενου του αρχικού προστίμου ποσού.

Τέλος ο νέος νόμος κατήργησε σε πρώτη φάση το αυτοτελές πρόστιμο ποσού 500,00€ για μη τήρηση του Πίνακα Προσωπικού (Ε4), ενώ στη συνέχεια καταργήθηκε και η τρίμηνη αναδρομική ασφάλιση που είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα πέραν του προστίμου που επιβάλλονταν.

 

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

H συνεχής εξέλιξη της τεχνολογίας και η χρήση του Internet, οδήγησε στο φαινόμενο της αυξημένης έκθεσης της πνευματικής ιδιοκτησίας σε πολλαπλές προσβολές μέσω του διαδικτύου. Ο νόμος 2121/93 και όλες οι τροποποιήσεις του μέχρι το νεότερο νόμο  4481/2017 περί «πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων» ρυθμίζει πληρέστερα το πλαίσιο γύρω από την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων επί των έργων.

Οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου το οποίο ορίζεται κατά το άρθρο 2 του Ν2121/93 , αποκτούν πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως απόλυτα και αποκλειστικά δικαιώματα το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα) καθώς και τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του νόμου όπως να επιτρέπει ή να απαγορεύει την άμεση ή έμμεση προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή εν όλω ή εν μέρει καθώς και τη διανομή τους στο κοινό με οποιονδήποτε τρόπο. Με την εξέλιξη του διαδικτύου προσφέρονται πλείστοι νέοι τρόποι έκθεσης και παρουσίασης των έργων. Συχνά όμως τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού ενός έργου προσβάλλονται μέσω του διαδικτύου και χρήζουν προστασίας. Ως προς την έννοια της προσβολής, προσβολή νοείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες, περιουσιακές και ηθικές, η οποία συντελείται χωρίς την άδεια του δημιουργού ή χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής.

Η προστασία σε οποιαδήποτε προσβολή πνευματικού δικαιώματος έχει τρεις εκφάνσεις, την αστική, την διοικητική και την ποινική.

Ως προς την αστική ευθύνη τόσο του φυσικού παραβάτη όσο και του διαμεσολαβητού -παρόχου στο διαδίκτυο, αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 64 , 64Α και 65 του Νόμου 2121/93 όπου δίνεται το δικαίωμα λήψης ασφαλιστικών μέτρων  και  θεσμοθετούνται δύο υποχρεώσεις, α) η υποχρέωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον  και β) η υποχρέωση για αποζημίωση.

α. Η αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον

Ο δικαιούχος του πνευματικού δικαιώματος ενημερώνει τόσο τον παραβάτη όσο και τον πάροχο ότι υφίσταται προσβολή του δικαιώματός του και με την όχληση αυτή τον καλεί να άρει την προσβολή και να παύσει την προσβολή της στο μέλλον. Η όχληση, συνίσταται στην επίδοση εξώδικης δήλωσης δυνάμει της οποίας ο δικαιούχος επισημαίνει την προσβολή του δικαιώματος. Εφόσον δεν αρθεί η προσβολή, τότε σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 εδ. γ Ν.2121/93 «σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Τα δικαιώματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής έχουν οι δικαιούχοι και κατά διαμεσολαβητή, οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτον για την προσβολή δικαιωμάτων του παρόντος νόμου». Επιπρόσθετα, κατά το άρθρο 64 και 64Α του παρόντος νόμου, το οποίο θεμελιώνει την προσωρινή προστασία «οι δικαιούχοι μπορούν να ζητήσουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των παραβατών καθώς και κατά των διαμεσολαβητών οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος».

 

β. Η αξίωση για αποζημίωση

Σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 εδ. α Ν.2121/93, «Όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου, υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Η αποζημίωση δε μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που, συνήθως ή κατά το νόμο, καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε χωρίς την άδεια ο υπόχρεος». Το δικαστήριο ακόμη καταδικάζοντας σε παράλειψη πράξης απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή οκτακοσίων ογδόντα (880) έως δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ υπέρ του δημιουργού ή του δικαιούχου συγγενικού δικαιώματος προβλεπόμενου στα άρθρα 46 έως 48 και 51 του παρόντος νόμου καθώς και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Το ίδιο ισχύει και όταν η καταδίκη γίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τα λοιπά ισχύει το άρθρο 947 του Κ.Πολ.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το α. 54 παρ. 7 του ν. 4481/2017). Η προσβολή  εξάλλου απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται με υπαιτιότητα συνιστά αδικοπραξία, διότι ενέχει εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου τόσο κατά το άρθρο 914 ΑΚ όσο και κατά το άρθρο 65 του νόμου 2121/93.Εν προκειμένω, ακόμα και ο πάροχος εφόσον πληροφορείται το παράνομο περιεχόμενο της μεταδιδόμενης πληροφορίας και δεν αίρει την προσβολή, όπως οφείλει, δεν συμμορφώνεται και υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση διότι καθίσταται υπαιτίως υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης. Η αξίωση που αφορά στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας του δικαιούχου από την παράνομη και υπαίτια προσβολή του δικαιώματός του αποτελεί μια κοινή αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Για την αξίωση αποζημίωσης απαιτείται υπαιτιότητα , δηλαδή  η γνώση του παρόχου εν αντιθέσει με την αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον όπου δεν απαιτείται υπαιτιότητα . Συγκεκριμένα, αρκεί οποιοσδήποτε βαθμός υπαιτιότητας, άρα και ελαφρά αμέλεια. Επιπλέον απαιτείται και επιζήμια μεταβολή στην περιουσία του δικαιούχου προκειμένου να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην παράνομη προσβολή και στη ζημία. Προς τούτο, ο δικαιούχος θα πρέπει να αποδείξει την υπαιτιότητα και το μέγεθός της ζημίας. Επιπρόσθετα, μπορεί να αξιώσει κατά το άρθρο 932, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης. Η αξίωση αυτή είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη αξίωση για αποζημίωση.

 

Δήμητρα Νεοφυτίδου

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

 

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Η ενδοοικογενειακή βία είναι αδίκημα που τιμωρείται από το νόμο 3500/2006 και από τις διατάξεις 312 και 333 του νέου Ποινικού Κώδικα.  Ο όρος της οικογένειας περιλαμβάνει και τα συντροφικά σχήματα.

Στην έννοια της βίας δεν περιλαμβάνονται μόνο περιστατικά σωματικής βλάβης, αλλά και κάθε είδους λεκτική, ψυχολογική ή σεξουαλική κακοποίηση, η οποία στρέφεται κατά αδυνάμων προσώπων. Η πλειοψηφία των περιστατικών αυτών αφορά σε θύματα γυναίκες και σε ανήλικους.  Ο ποινικός νομοθέτης επιφυλάσσει αυστηρότερη μεταχείριση στους δράστες εγκλημάτων οικογενειακής βίας, καθώς δεν πρόκειται για μία ιδιωτική υπόθεση, αλλά για μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια, που παραβιάζει ατομικές ελευθερίες. Το φαινόμενο αυτό, εκδηλώνεται πρωτίστως εις βάρος των γυναικών, παραβιάζοντας ευθέως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας των δύο φύλων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).

Συγκεκριμένα, όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή σε ανήλικο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με το δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α.) για την περίπτωση τέλεσης απλής σωματικής βλάβης με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β.) για την περίπτωση επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που θα μπορούσε δηλαδή να επιφέρει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη , με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ.) για την περίπτωση της βαριάς σωματικής βλάβης με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και δ.) για την περίπτωση της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης με κάθειρξη (άρθρα 312 §1 ΠΚ και 6 §1 και 2 Ν.3500/2006). Οι ίδιες ποινές επιβάλλονται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ενώ σε περίπτωση που το θύμα είναι έγκυος, το γεγονός αυτό συνιστά επιβαρυντική περίσταση (άρθρο 312 §2 ΠΚ και 6 §3 Ν.3500/2006). Ιδιαίτερη προστασία παρέχει ο νόμος και στα ανήλικα πρόσωπα, εφόσον οι σωματικές βλάβες ενώπιον ανηλίκου εξομοιώνονται με σωματικές βλάβες εις βάρος του. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην προστασία της ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης των ανηλίκων και στην αποτροπή υιοθέτησης παρόμοιων εγκληματικών συμπεριφορών κατά την ενήλικη ζωή τους (άρθρο 312 §3 ΠΚ). Επιπροσθέτως, στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 333 ΠΚ προβλέπεται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής, όπου και επιβάλλεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη τελέστηκε σε βάρος προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή σε βάρος ανηλίκου (βλ. και αντίστοιχη ρύθμιση των άρθρων 7 και 9 Ν.3500/2006).

Σε περίπτωση τέλεσης των παραπάνω αναφερόμενων αδικημάτων και κατά ρητή επιταγή της διάταξης 17 §1 Ν.3500/2006 δεν απαιτείται η υποβολή έγκλησης. Κανόνας δηλαδή είναι η αυτεπάγγελτη δίωξη του εγκλήματος κατ’ άρθρο 37 ΚΠΔ, ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη πληροφορία ότι διαπράχθηκε η αξιόποινη πράξη. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 17 § 2 Ν. 3500/2006 για τα πλημμελήματα των άρθρων 6,7,9 και 10 εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία (άρθρα 417 επ. ΚΠΔ). Σε περίπτωση δε που υποβληθεί έγκληση, δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου για τα εγκλήματα κατά της ενδοοικογενειακής βίας (άρθρο 28 §2 Ν. 4055/2012).

Κατά τη διενέργεια της προανάκρισης από τον αρμόδιο υπάλληλο υπάρχει υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας. Οι αρμόδιες αρχές απαγορεύεται να ανακοινώνουν με οποιοδήποτε τρόπο το ονοματεπώνυμο του θύματος και του κατηγορούμενου, τη διεύθυνση της κατοικίας τους, καθώς και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία είναι δυνατόν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους. Οι παραβάτες της διάταξης αυτής τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών (άρθρο 20 Ν. 3500/2006).

Από πλευράς οικογενειακού δικαίου, η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να προταθεί από τον ενάγοντα σύζυγο κατά του εναγόμενου-δράστη ως λόγος διαζυγίου, καθώς αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης κατ’ άρθρο 1439 ΑΚ. Σε περίπτωση δε που ασκείται κατά ανηλίκου προσώπου από τον πατέρα ή τη μητέρα αυτού, συνεπάγεται κακή άσκηση του καθήκοντος επιμέλειας του τέκνου και μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο, ιδίως η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα και η ανάθεσή της αποκλειστικά στον άλλον (1532 ΑΚ). Σε κάθε περίπτωση επιτρεπτή είναι και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, ιδίως η απομάκρυνση του καθ΄ου από την οικογενειακή στέγη, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του αιτούντος ( βλ. άρθρα 15 Ν. 3500/2006 και 735 ΚπολΔ).

Η αυστηρή αντιμετώπιση των φαινομένων οικογενειακής βίας, τόσο σε επίπεδο εγκληματικής συμπεριφοράς, όσο και στη ρύθμιση των καταστάσεων που προκύπτουν σε επίπεδο οικογενειακού δικαίου, ενισχύει σημαντικά την προσπάθεια μείωσης των περιστατικών. Τούτο συνεπικουρείται και από τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη δικαιοσύνη ( με τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους), ώστε να ενθαρρύνονται τα θύματα να προβούν στην καταγγελία των εις βάρος τους τελούμενων πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, οι αστυνομικές αρχές έχουν και την υποχρέωση να ενημερώνουν τα θύματα για τη δυνατότητα παροχής αρωγής και για τους αρμόδιους φορείς παροχής της (όπως για υποστηρικτικές γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης και κοινωνικές υπηρεσίες για την παροχή στέγης).

 

Βασδάρη Μυρτώ – Δόμνα

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Δικαιώματα εγκύου εργαζόμενης στον ιδιωτικό τομέα

Η ανάγκη προστασίας της μητρότητας και της διατήρησης του θεσμού της οικογένειας, οδήγησαν το νομοθέτη στην υιοθέτηση ειδικών ρυθμίσεων που επιτρέπουν στην έγκυο γυναίκα να συνδυάσει την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, χωρίς να χρειαστεί να στερηθεί κανένα από τα δύο. Στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει πληθώρα νομοθετημάτων σχετικών με την προστασία και την απουσία από την εργασία των εγκύων καθώς και με τη βελτίωση της ασφάλειας της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλαχουσών εργαζόμενων. Αξίζει να σημειωθεί η ύπαρξη ειδικών διατάξεων τόσο για την προστασία της μητέρας λόγω υιοθεσίας και της παρένθετης μητέρας όσο και για τη δυνατότητα χορήγησης άδειας απουσίας για τη φροντίδα του παιδιού στον πατέρα, θέματα για τα οποία θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω.

Αναφορικά με τις άδειες που δικαιούται η έγκυος γυναίκα:

Α. Άδεια τοκετού και λοχείας

Οι γυναίκες που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη όλης της Χώρας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δικαιούνται να λάβουν άδεια συνολικής διάρκειας 17 εβδομάδων, προσκομίζοντας στον εργοδότη πιστοποιητικό ιατρού που βεβαιώνει την πιθανή ημέρα τοκετού (Α. 7 της από 23/5/2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.). Όπως αναφέρεται στη σχετική διάταξη 8 εβδομάδες χορηγούνται υποχρεωτικά πριν την πιθανή ημερομηνία τοκετού (άδεια τοκετού) και οι υπόλοιπες 9 εβδομάδες μετά το τοκετό (άδεια λοχείας). Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, μέχρι να συμπληρωθούν οι 17 εβδομάδες, ενώ αν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια πριν τον τοκετό παρατείνεται μέχρι να πραγματοποιηθεί ο τοκετός, χωρίς η παράταση αυτή να οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση  του χρόνου της άδειας λοχείας, απλά στην περίπτωση αυτή η συνολική άδεια θα υπερβαίνει τις 17 εβδομάδες.

Γίνεται δεκτό ότι ακόμα κι αν το παιδί γεννηθεί νεκρό, η μητέρα εξακολουθεί να δικαιούται την άδεια λοχείας, ενώ αν το παιδί αποβιώσει κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας, αυτή δεν διακόπτεται (ΑΠ 1362/09).

Β. Άδεια Απουσίας Θηλασμού – Φροντίδας παιδιού

Σύμφωνα με τις από 15/4/2002 και 24/5/2004 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.: «Οι μητέρες εργαζόμενες δικαιούνται, για χρονικό διάστημα τριάντα (30) μηνών από τη λήξη της άδειας λοχείας, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία ώρα κάθε μέρα. Εναλλακτικά, με συμφωνία του εργοδότη, το ημερήσιο ωράριο των μητέρων μπορεί να ορίζεται μειωμένο κατά δύο ώρες ημερησίως για τους πρώτους 12 μήνες και σε μία ώρα για έξι (6) επιπλέον μήνες.»

Η εργαζόμενη έχει την ελευθερία να επιλέξει όποια από τις δύο επιλογές της δίνει ο νόμος, ανάλογα με τις ανάγκες της, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί όποτε θέλει μία απ’αυτές. Φυσικά δεν γεννάται υποχρέωση της για επιπλέον εργασία που να καλύπτει το διάστημα της διακοπής, ενώ σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται η γυναίκα να θηλάζει πραγματικά το τέκνο της με φυσικό θηλασμό (ΑΠ 14/1992). Την ανωτέρω μείωση ωραρίου δικαιούται και η εργαζόμενη με το σύστημα εκ περιτροπής εργασίας.

Γ. Ειδική εξάμηνη άδεια

Δυνάμει των οριζόμενων στο Α. 142 του Ν. 3655/2008, η μητέρα η οποία είναι ασφαλισμένη  του ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) και εργάζεται σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις με σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με πλήρη ή μερική απασχόληση, δικαιούται, έπειτα από αίτηση της προς τον εργοδότη ένα μήνα πριν την έναρξη της εν λόγω άδειας, ειδική άδεια προστασίας της μητρότητας διάρκειας έξι μηνών. Η άδεια χορηγείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας (τοκετού και λοχείας) ή και της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, καθώς επίσης και στις εργαζόμενες που αμέσως μετά τα ανωτέρω διαστήματα κάνουν χρήση ετήσιας κανονικής άδειας. Δεν προβλέπεται από το νόμο η δυνατότητα χορήγησης της συγκεκριμένης άδειας στον πατέρα ή στη θετή μητέρα, παρά μόνο στην τεκούσα μητέρα.

Δ. Γονική άδεια ανατροφής

Όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις των Α. 48-54 του Ν. 4075/2012 και του Α. 39 του Ν. 4144/2013, οι εργαζόμενοι γονείς έχουν δικαίωμα γονικής άδειας ανατροφής του παιδιού μέχρι τη συμπλήρωση των έξι ετών. Η γονική άδεια ανατροφής είναι άνευ αποδοχών και χορηγείται εγγράφως για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών. Προκειμένου να δικαιούται ο γονέας εργαζόμενος γονική άδεια ανατροφής πρέπει να έχει συμπληρώσει ένα χρόνο συνεχόμενης ή διακεκομμένης εργασίας στον ίδιο εργοδότη, εκτός αν υπάρχει ευνοϊκότερη ρύθμιση στο νόμο και πρόκειται για άδεια χωρίς αποδοχές. Μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ ή τμηματικά, ενώ αιτήσεις χορήγησης γονικής άδειας γονέων τέκνων με αναπηρία, μακροχρόνια ή αιφνίδια ασθένεια και μόνων γονέων λόγω θανάτου γονέα, ολικής αφαίρεσης της γονικής μέριμνας ή μη αναγνώρισης τέκνων, χορηγούνται με απόλυτη προτεραιότητα.

Απαγόρευση απόλυσης

Αναφορικά με το δικαίωμα απόλυσης, είναι απολύτως άκυρη η απόλυση εγκύου εργαζόμενης λόγω αποκλειστικά του γεγονότος της εγκυμοσύνης. Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι η έγκυος εργαζόμενη δύναται να απολυθεί γενικά, εφόσον όμως υπάρχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την απόλυση, ασχέτως της εγκυμοσύνης. Ενδεικτικά, τα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι αποτελεί σπουδαίο λόγο για την καταγγελία σύμβασης εργασίας η μη συμμόρφωση στις οδηγίες του εργοδότη, η επίδειξη επαγγελματικής ανεπάρκειας, η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων και η επανειλημμένη εγκατάλειψη της εργασίας από την έγκυο, εφόσον η συμπεριφορά αυτή δεν είναι απότοκος της κατάστασης της εγκυμοσύνης κ.α.

Η απαγόρευση απόλυσης ισχύει τόσο για το διάστημα της εγκυμοσύνης, όσο και για δέκα οκτώ μήνες μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της εγκύου για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η ανωτέρω προστασία καλύπτει και την περίπτωση που το τέκνο γεννήθηκε νεκρό όπως επίσης ισχύει και για τις εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως έξι ετών είτε εμπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας. Επιπλέον ο εργοδότης δεν μπορεί να αρνηθεί την πρόσληψη γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας (Α. 5 παρ. 3 Ν. 3488/2006).

Παρένθετη μητέρα και θετοί γονείς

Σύμφωνα με το Α. 44 του Ν. 4488/2017, η τεκμαιρόμενη μητέρα του Α. 1464 ΑΚ που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας δικαιούται το μεταγενέθλιο τμήμα της άδειας μητρότητας (άδεια λοχείας), καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα που συνδέονται με αυτήν, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιμέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής της. Επιπλέον, η τεκμαιρόμενη μητέρα του Α. 1464 ΑΚ δικαιούται και την ειδική εξάμηνη άδεια (Α. 44 παρ. 2 Ν. 4488/2017)

Στο Α. 38 του Ν. 4340/2015, ορίζονται τα εξής: «1. Δικαιούχοι της άδειας φροντίδας παιδιού είναι εναλλακτικά οι εργαζόμενοι φυσικοί, θετοί ή ανάδοχοι γονείς και των δύο φύλων, ανεξάρτητα από το είδος της δραστηριότητας που ασκεί ο άλλος γονέας, ακόμα και αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται. Σε περίπτωση διαζυγίου, διάστασης ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, την άδεια φροντίδας παιδιού λαμβάνει ο γονέας που έχει την επιμέλεια, εκτός και αν συμφωνήσουν διαφορετικά.» Ο εργαζόμενος ο οποίος υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ηλικίας έως έξι ετών δικαιούται και την γονική άδεια ανατροφής. Η άδεια χορηγείται μετά την περαίωσης της διαδικασίας ή αναδοχής, ενώ τμήμα της μπορεί να χορηγείται, με αίτηση του εργαζόμενου και στο προ της ολοκλήρωσης των διαδικασιών διάστημα.

Αποδοχές

Κατά το διάστημα της άδειας τοκετού και λοχείας, εφαρμόζονται για τις αποδοχές των εγκύων οι διατάξεις των άρθρων 657-658 ΑΚ. Έτσι, όσες δεν έχουν συμπληρώσει ένα έτος εργασίας στον εργοδότη δικαιούνται τις αποδοχές τους για μισό μήνα, ενώ όσες έχουν συμπληρώσει έτος δικαιούνται τις αποδοχές τους για ένα μήνα. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα δικαιούνται συμπληρωματικές παροχές μητρότητας από τον ΟΑΕΔ, οι οποίες είναι ίσες με τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ημερήσιου επιδόματος κυοφορίας και λοχείας που καταβάλλεται από το ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) και των ημερήσιων αποδοχών που πραγματικά καταβάλλονται από τον εργοδότη. Επιπλέον, οι εργαζόμενες μητέρες δικαιούνται επιδόματα μητρότητας από τον Ασφαλιστικό τους Οργανισμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δύναται να καταβληθεί και βοήθημα τοκετού. Στην περίπτωση της ειδικής εξάμηνης άδειας καταβάλλεται ειδική παροχή στην εργαζόμενη μητέρα από τον ΟΑΕΔ, εφόσον αυτή βρίσκεται σε ενεργή εργασιακή σχέση και έχει λάβει επίδομα μητρότητας από το ΙΚΑ (ΕΦΚΑ).

Γενικά

Οι έγκυες έχουν το δικαίωμα απαλλαγής από την εργασία χωρίς περικοπή αποδοχών, προκειμένου να υποβληθούν σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, στην περίπτωση που αυτές πρέπει να γίνουν κατά το χρόνο εργασίας. Αξίζει να τονιστεί επίσης ότι οι έγκυες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να μετακινηθούν σε θέση εργασίας ημερήσιας απασχόλησης, εφόσον υπάρχουν λόγοι υγείας που το επιβάλλουν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη: «Οι εργαζόμενες γυναίκες με πλήρη ή μερική απασχόληση κατά τη νύχτα, μετακινούνται σε αντίστοιχη θέση ημέρας, εφόσον υποβάλλουν ιατρικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ανάγκη λήψης αυτού του μέτρου για λόγους που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία τους. Στην περίπτωση δε που η μετακίνηση αυτή είναι τεχνικά ή αντικειμενικά αδύνατη απαλλάσσονται από την εργασία» (Α. 7 Π.Δ. 176/1997).

Ελένη Σατραζάνη

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Αποδοχή κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής

Όσο ο προσωρινός κληρονόμος δικαιούται ακόμα να προχωρήσει σε αποποίηση κληρονομιάς, ήτοι σε 4 μήνες εκτός αν είναι κάτοικος εξωτερικού, διατηρεί παράλληλα το δικαίωμα να αποδεχθεί την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής. Στην απλή αποδοχή, η ατομική περιουσία του κληρονόμου ενώνεται με την κληρονομιαία περιουσία και λογίζονται πλέον ως ένα, με αποτέλεσμα ο κληρονόμος να ευθύνεται πλέον για τα χρέη της κληρονομίας σαν να ήταν δικά του. Αντίθετα, όταν γίνεται αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής, ο προσωρινός κληρονόμος καθίσταται οριστικός αλλά η περιουσία του δεν ενώνεται με την κληρονομιαία περιουσία, συνεχίζουν δηλαδή οι δύο περιουσίες να διατηρούν την αυτοτέλεια τους. Ως αποτέλεσμα, οι δανειστές του κληρονομούμενου δεν μπορούν να στραφούν κατά της ατομικης περιουσίας του κληρονόμου, παρά μόνο ικανοποιούνται από την κληρονομιαία περιουσία (Α. 1904 ΑΚ). Η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής εξυπηρετεί τις συναλλαγές και ενώ δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να χρεωθεί ο κληρονόμος, εντούτοις υπάρχει πάντα η πιθανότητα να υπάρξει υπόλοιπο ενεργητικού, αφού ικανοποιηθούν οι δανειστές, το οποίο φυσικά το δικαιούται ο κληρονόμος. 

Σύμφωνα με το άρθρο 1902 του Αστικού κώδικα η αποδοχή με απογραφή γίνεται με δήλωση του κληρονόμου στην αρμόδια Γραμματεία του Ειρηνοδικείου και έπειτα με αίτηση δυνάμει της οποίας ο κληρονόμος ζητάει την άδεια από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, προκειμένου να ολοκληρώσει την απογραφή. Ο κληρονόμος έχει τέσσερις μήνες περιθώριο να ολοκληρώσει την απογραφή, προθεσμία η οποία ξεκινάει με την δήλωση της αποδοχής με απογραφή, αναστέλλεται με την κατάθεση της αίτησης προς το Ειρηνοδικείο και ξεκινάει ξανά από το σημείο που είχε σταματήσει, όταν εκδοθεί η απόφαση του Ειρηνοδικείου (Α. 1903 ΑΚ). Αφού εκδοθεί η απόφαση που δίνει την άδεια για απογραφή, ένας συμβολαιογράφος με τη σύμπραξη δύο δικηγόρων διενεργεί την απογραφή και συντάσσει έκθεση. Σε περίπτωση που υπάρχουν ακίνητα στην κληρονομιαία περιουσία, είναι απαραίτητη περαιτέρω η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της απογραφής από τον κληρονόμο, η οποία μεταγράφεται στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολόγιο και η οποία είναι διαφορετική από την έκθεση της απογραφής, πρόκειται δηλαδή για ένα ξεχωριστό στάδιο της διαδικασίας της αποδοχής. 

Ελένη Σατραζάνη
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
τηλ. 6982425982
email: elesatrazani@gmail.com

Κληρονομιαία Περιουσία

Ο θάνατος ενός προσώπου, πέρα από την οδύνη που προκαλεί στα συγγενικά πρόσωπα, συνεπάγεται νέες υποχρεώσεις για τους κληρονόμους, τόσο νομικές όσο και φορολογικές, σχετικές με την κληρονομιαία περιουσία. Το δίκαιο μας αναγνωρίζει τη σημασία της ατομικής ιδιοκτησίας για την εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής του προσώπου και τη κατοχυρώνει συνταγματικά ( Α. 17 παρ. 1 Συντ.), με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η προστασία της περιουσίας ακόμα και μετά το θάνατο του φορέα της. Στο πλαίσιο αυτής της προστασίας και της ελευθερίας διάθεσης, το άτομο δικαιούται να επιλέξει, αν θα προχωρήσει ή όχι στη σύνταξη διαθήκης, τι τύπο θα έχει αυτή, ακόμα και ποιους θα καταστήσει κληρονόμους. Καθώς όμως το δικαίωμά του αυτό περιορίζεται ως ένα σημείο από το Νόμο, με γνώμονα κυρίως την ανάγκη προστασίας της οικογένειας, είναι επιβεβλημένη η σύμπραξη με ειδικό για τη σύνταξη της διαθήκης, αφενός προς αποφυγή μελλοντικών αμφισβητήσεων και αφετέρου τόσο για την πιστότερη απόδοση της βούλησης του κληρονομούμενου όσο και για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των κληρονόμων.

Κατόπιν των ανωτέρω, διευκρινίζουμε τα κάτωθι:

Α) Η κληρονομιαία περιουσία δεν αποτελείται μόνο από το ενεργητικό. Περιουσία είναι το σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων ενός προσώπου που επιδέχονται χρηματική αποτίμηση. Επομένως, μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας συγκαταλέγονται και τα χρέη του αποβιώσαντος, τα οποία απαρτίζουν το λεγόμενο παθητικό.

Β) Ενεργητικό της περιουσίας δεν θεωρούνται μόνο τα χρήματα στη φυσική τους μορφή αλλά οτιδήποτε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήματα, όπως ακίνητα, τραπεζικοί λογαριασμοί, ομόλογα, μετοχές, κοσμήματα, έργα τέχνης, οικοσκευή κλπ.

Γ) Με το θάνατο ενός προσώπου, οι συγγενείς του δεν καθίστανται αυτόματα κληρονόμοι της περιουσίας του. Αντίθετα, για όσο διαρκεί το τετράμηνο που θέτει ο Αστικός Κώδικας, με αφετηρία τη μέρα που έμαθε ο συγγενής ότι κατέστη κληρονόμος και για ποιο λόγο, ως χρονικό όριο μέσα στο οποίο δικαιούται αυτός να αποποιηθεί την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, ο συγγενής θεωρείται προσωρινός κληρονόμος (Α. 1847 ΑΚ). Αν όμως ο προσωρινός κληρονόμος δεν αποποιηθεί έγκαιρα την κληρονομία μέσα σε αυτούς τους 4 μήνες, τότε καθίσταται οριστικός κληρονόμος, ακόμα κι αν δεν έχει προβεί σε ενέργειες αποδοχής της κληρονομιάς. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία όμως οδηγεί στο να επέλθουν κανονικά όλες οι έννομες συνέπειες για τον κληρονόμο, ευθύνεται δηλαδή πλέον για το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομιάς, σαν να την είχε αποδεχτεί εκουσίως. Επομένως, ακόμα κι αν ένας κληρονόμος δεν σκοπεύει να αποδεχτεί την κληρονομιά για οποιοδήποτε λόγο, εντούτοις υποχρεούται να προχωρήσει σε αποποίηση, προκειμένου να μην συσχετιστεί τελικά με την περιουσία του αποβιώσαντος. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η αφετηρία της τετράμηνης προθεσμίας δεν συμπίπτει απαραίτητα με τη μέρα του θανάτου, όπως σε περίπτωση που ο κληρονόμος δεν έμαθε την ίδια μέρα για το θάνατο ή σε περίπτωση που υπάρχει διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν τη δημοσίευση της.

Δ) Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε περίπτωση που ο αποβιώσας διαθέτει ακίνητη περιουσία. Αν και η αποδοχή κληρονομιάς, μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εντούτοις αυτό δεν αρκεί, όταν υπάρχουν ακίνητα. Επομένως για να θεωρηθεί ένας κληρονόμος κύριος της ακίνητης περιουσίας του κληρονομούμενου, πρέπει να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδοχής κληρονομιάς και στη συνέχεια αυτό να μεταγραφεί στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή πλέον στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, σε όσες περιοχές υφίσταται. Μόνο κατά αυτόν τον τρόπο ο κληρονόμος θα έχει νόμιμο τίτλο στο όνομα του επί της ακίνητης περιουσίας που κληρονόμησε. Σε αντίθετη περίπτωση, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν άλλοι συγγενείς ή ακόμα και αν υπάρχει διαθήκη που τον καθιστά κληρονόμο, αν δεν γίνει συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς και δεν μεταγραφεί, ο κληρονόμος δεν εμφανίζεται πουθενά ως κύριος επί των κληρονομιαίων ακινήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει όλες τις πράξεις που θα εκτελούσε ο κύριος του ακινήτου. Το ζήτημα αυτό έχει μεγάλη πρακτική σημασία, διότι όλο και περισσότερες περιοχές κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση και πολλοί κληρονόμοι που δεν είχαν προχωρήσει σε αποδοχή κληρονομιάς, ώστε να αποκτήσουν τίτλο κυριότητας, δεν μπορούν να δηλώσουν τα ακίνητα στο όνομα τους, με πρακτικό κίνδυνο να απωλέσουν την κυριότητα τους. Όσο βέβαια υπάρχει ακόμα η δυνατότητα υποβολής δηλώσεων στο Γραφείο Κτηματογράφησης, ένας κληρονόμος έχει ακόμα χρόνο να διευθετήσει την εκκρεμότητα της αποδοχής κληρονομιάς και να διορθωθούν οι αρχικές εγγραφές στο Υποθηκοφυλακείο, διαφορετικά θα πρέπει να ακολουθηθεί η δικαστική οδός.

Ελένη Σατραζάνη
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
τηλ. 6982425982
email: elesatrazani@gmail.com

Αποδοχή και αποποίηση κληρονομιάς

Αποδοχή κληρονομιάς 

Από την ερμηνεία των άρθρων 1846, 1847 και 1848 του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι η αποδοχή κληρονομιάς μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, ρητά ή σιωπηρά.

Ρητά συντελείται με την σύνταξη σχετικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, η οποία περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Με αυτό τον τρόπο, ο προσωρινός κληρονόμος καθίσταται πλέον οριστικός, δεν αποκτά όμως ακόμα την κυριότητα επί των ακινήτων της κληρονομιάς. Πρέπει στη συνέχεια η πράξη της αποδοχής να μεταγραφεί στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολογικό Γραφείο, οπότε πλέον ο κληρονόμος αποκτά νόμιμο τίτλο επί των ακινήτων της κληρονομιάς.

Σιωπηρά, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδοχής κληρονομιάς, η βούληση των προσωρινών κληρονόμων να καταστούν οριστικοί μπορεί να συναχθεί από ποικίλες πράξεις ή παραλείψεις τους, όπως για παράδειγμα με την υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, την άσκηση αγωγής περί κλήρου, την άσκηση διεκδικητικής αγωγής για πράγμα της κληρονομιάς ή την αίτηση για έκδοση κληρονομητηρίου. Παράλληλα, το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που παρέλθει το τετράμηνο από την ημέρα που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή της κληρονομίας και τον λόγο της επαγωγής, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει αποδεχθεί σιωπηρά την κληρονομία.

Τυπικά, δεν υπάρχει ρητή προθεσμία μέσα στην οποία υποχρεούται ο κληρονόμος να προβεί σε αποδοχή κληρονομιάς, με αποτέλεσμα η συμβολαιογραφική πράξη της αποδοχής να μπορεί να συνταχθεί οποτεδήποτε. Προϋπόθεση για την σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομιάς είναι η υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η εν λόγω δήλωση πρέπει να κατατεθεί μέσα σε έξι μήνες από το θάνατο ή αν υπάρχει διαθήκη μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της διαθήκης, διαφορετικά η αρμόδια φορολογική αρχή επιβάλλει πρόστιμο, όταν τελικά η δήλωση υποβληθεί.

 

Αποποίηση κληρονομιάς 

Ο προσωρινός κληρονόμος δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομία, εφόσον κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα του. Συνήθως αυτό συμβαίνει, όταν το παθητικό της κληρονομίας ξεπερνά το ενεργητικό της. Σύμφωνα με το άρθρο 1848, παρ. 1 ΑΚ η αποποίηση γίνεται με δήλωση έκαστου κληρονόμου ενώπιον της αρμόδιας Γραμματείας του Ειρηνοδικείου. Αν δεν υπάρχει διαθήκη, η προθεσμία της αποποίησης ξεκινάει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της και είναι τέσσερις μήνες για κληρονόμους- κατοίκους εσωτερικού και ένα έτος για κατοίκους εξωτερικού (Α. 1847, παρ. 1 ΑΚ). Σε περίπτωση που υπάρχει διαθήκη, η προθεσμία για την αποποίηση ξεκινάει μετά την δημοσίευση της διαθήκης. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση της προθεσμίας της αποποίησης, διότι αν παρέλθει αυτή ο προσωρινός κληρονόμος καθίσταται οριστικός και ευθύνεται πλέον με την ατομική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας, ενώ εκπρόθεσμη δήλωση αποποίησης είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι τόσο η αποδοχή όσο και η αποποίηση κληρονομιάς είναι αμετάκλητες.

Αρμόδια Γραμματεία για την δήλωση αποποίησης είναι αυτή του δικαστηρίου της κληρονομίας, δηλαδή του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του, και αν δεν είχε ούτε διαμονή, το ειρηνοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους (Α. 810 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Επιπλέον, σύμφωνα με το Α. 1848 παρ. 1 εδάφιο β ΑΚ, η αποποίηση δύναται να γίνει και με αντιπρόσωπο.

Ελένη Σατραζάνη
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
τηλ. 6982425982
email: elesatrazani@gmail.com

Αποδοχή και αποποίηση κληρονομιάς από ανήλικο

Οι ανήλικοι, οι οποίοι συγκαταλέγονται είτε στους ανίκανους είτε στους περιορισμένα ικανούς για δικαιοπραξία, όταν αποδέχονται κληρονομία θεωρείται εκ του νόμου ότι αποδέχονται πάντα με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου (Α. 1902 παρ. 2 ΑΚ). Αφού γίνουν απεριορίστως ικανοί προς δικαιοπραξία, με την ενηλικίωση τους δηλαδή και μέσα σε ένα έτος οφείλουν να συντάξουν απογραφή, ακολουθώντας την διαδικασία που αναφέρθηκε ανωτέρω στην αποδοχή με απογραφή ( από το συνδυασμό των άρθρων 1903 και 1912 ΑΚ). 

Αντίθετα, αρμόδιοι να προχωρήσουν σε αποποίηση για λογαριασμό του ανηλίκου είναι οι γονείς του, οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα και κατ’ επέκταση είναι υπεύθυνοι για την διοίκηση της περιουσίας του τέκνου και την εκπροσώπησή του σε κάθε δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Πρακτικά, κατατίθεται μια αίτηση προς το αρμόδιο Ειρηνοδικείο με την οποία οι γονείς ζητούν την άδεια του δικαστηρίου, προκειμένου να αποποιηθούν για λογαριασμό του τέκνου, εφόσον επί παραδείγματι η κληρονομία έχει μεγάλο παθητικό που ξεπερνάει το ενεργητικό της και η ενδεχόμενη αποδοχή θα έβλαπτε τα συμφέροντα του τέκνου, η οποία δικάζεται με την διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας. Η κατάθεση της ανωτέρω αίτησης οδηγεί σε αναστολή της προθεσμίας της αποποίησης, η οποία συνεχίζει ξανά με την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Είναι υποχρεωτικό στην περίπτωση αυτή, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που εμπλέκονται πρόσωπα τα οποία πρέπει να αποποιηθούν σταδιακά, να έχει αποποιηθεί πρώτα ο γονέας που καλείται στην προηγούμενη τάξη, προκειμένου να έχει επαχθεί στη συνέχεια η κληρονομία στα ανήλικα ή στον ανίκανο για δικαιοπραξία κληρονόμο. 

Ελένη Σατραζάνη
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης
τηλ. 6982425982
email: elesatrazani@gmail.com

Διαταγή απόδοσης μισθίου και οφειλόμενων μισθωμάτων

Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο της ¨ανώμαλης¨ εξέλιξης των μισθωτικών σχέσεων (ενοικίασης) παρουσιάζεται όλο και πιο συχνά καθώς ο μισθωτής παραμένει στην οικία και δεν καταβάλλει τα συμφωνημένα οφειλόμενα μισθώματα (ενοίκια). Σε περίπτωση μη ορθής εκπληρώσεως της μισθωτικής συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτή (ενοικιαστή), ο νόμος δίνει στον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη) το δικαίωμα να αντιδράσει απαιτώντας την απόδοση του μισθίου και την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων. Οι τρόποι δικαστικής διεκδίκησης της απόδοσης του μισθίου και των οφειλομένων μισθωμάτων είναι είτε μέσω κατάθεσης αγωγής είτε μέσω εκδόσεως διαταγής πληρωμής.

 

Η πιο σύντομη διαδικασία προβλέπεται από τα άρθρα 637-645 ΚΠολΔ και είναι η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και πληρωμής των οφειλομένων, η οποία προτείνετε εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις, διαφορετικά θα πρέπει να κατατεθεί αγωγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να διεξαχθεί η ακροαματική διαδικασία, η οποία είναι πιο χρονοβόρος και πιο δαπανηρή.

Η διαδικασία έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων δεν προϋποθέτει συζήτηση σε ακροατήριο. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου μπορεί να σωρευτεί και αίτημα καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, κοινόχρηστων δαπανών, τελών και λογαριασμών κοινής ωφέλειας, εφόσον το ύψος τους αποδεικνύεται εγγράφως είτε από δημόσια είτε από ιδιωτικά έγγραφα, ιδίως λογαριασμούς κοινοχρήστων και οργανισμών κοινής ωφέλειας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 638 έως 645, 624, 626 παρ. 2 και 3, 630 στοιχ. γ, δ και ε και 634 (άρθρο 645 ΚΠολΔ).

Απαιτείται να συνταχθεί  από δικηγόρο και να επιδοθεί από δικαστικό επιμελητή στον μισθωτή (ενοικιαστή)  έγγραφη όχληση, δηλαδή έγγραφη εξώδικη  διαμαρτυρία – πρόσκληση, 15 τουλάχιστον ημέρες  πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου, που να αναφέρεται στην υπερημερία και στην καταγγελία. Επίδοση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο μία φορά . Μετά την πάροδο 15 ημερών  από την ημερομηνία επίδοσης  της εξώδικης διαμαρτυρίας στον μισθωτή συντάσσεται και κατατίθεται από δικηγόρο  στο  αρμόδιο δικαστήριο αίτηση διαταγής  απόδοσης μισθίου. Αν πραγματοποιηθεί η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθημέρου, αποδεικνυόμενη εγγράφως, τότε αποκλείεται η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου

Αρμόδιος καθ’ ύλην δικαστής για την έκδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου είναι ο ειρηνοδίκης στις περιπτώσεις που το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600) ευρώ (άρθρο 14 παράγραφος 1 περίπτωση β`). Σε κάθε άλλη περίπτωση, δηλαδή όταν το μηνιαίο μίσθωμα υπερβαίνει το ως άνω ποσό, αρμόδιος είναι ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την υποβολή της αίτησης είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Αν το ακίνητο βρίσκεται στις περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, ο αιτών έχει το δικαίωμα επιλογής (άρθρο 29 ΚΠολΔ). Παρέκταση της αρμοδιότητας δεν αποκλείεται, ωστόσο η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι ρητή και να αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρο 42 ΚΠολΔ).

Η υπόθεση εκδικάζεται χωρίς  ακροαματική διαδικασία . Η απόφαση εκδίδεται μέσα σε λίγες μέρες και  αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση της μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού περάσουν  είκοσι (20) πλήρεις ημέρες από την επίδοση  με δικαστικό επιμελητή στον μισθωτή, αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση την οποία συντάσσει  δικηγόρος. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616 ΚΠολΔ, δηλαδή κατά των υπομισθωτών και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο για αυτόν

Ο μισθωτής   δικαιούται να  προσβάλλει την διαταγή απόδοσης μισθίου  με ανακοπή εντός αποκλειστικής προθεσμίας 15 εργασίμων ημερών,  όμως η άσκηση της ανακοπής εκ μέρους του μισθωτή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της δηλαδή την έξωση του μισθωτή, εκτός αν εκδοθεί αντίθετη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που να αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής .

Η διαταγή απόδοσης του μισθίου δεν παράγει δεδικασμένο, καθώς αυτή δεν αποτελεί δικαστική απόφαση. Αποκτά όμως δύναμη δεδικασμένου όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ή όταν ασκηθεί ανακοπή και η επ’ αυτής απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

 

NΕΟΦΥΤΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ 12506)

Κιν: 6936344184

e-mail:neofitidou.dimi@gmail.com

Καταγγελία Μίσθωσης

Μίσθωση πράγματος κατά το άρθρο 574 ΑΚ είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος ( ο εκμισθωτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον συμβαλλόμενο ( τον μισθωτή) τη χρήση ορισμένου πράγματος στη συμφωνηθείσα διάρκεια της μίσθωσης (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) και ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση  να καταβάλλει στον αντισυμβαλλόμενό του ως αντάλλαγμα  το συμφωνημένο  τίμημα (μίσθωμα). Όπως ορίζεται στο άρθρο 595 ΑΚ το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες άλλως στις συνηθισμένες προθεσμίες.

Απόρροια της εντονότατης οικονομικής κρίσης, αποτελεί το γεγονός ότι  πολλές είναι πλέον οι περιπτώσεις μισθωτών, οι οποίοι εγκαταλείπουν το μίσθιο χωρίς να προβούν σε καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, έχοντας μάλιστα αφήσει ανεξόφλητους λογαριασμούς κοινοχρήστων, κοινής ωφέλειας, ενώ συχνά έχουν προβεί και σε κακή χρήση του μισθίου, προκαλώντας του εκτεταμένες υλικές ζημίες. Η εξέλιξη αυτών των μισθωτικών σχέσεων (ενοικίασης) δεν  είναι ομαλή και μπορεί να καταστεί προβληματική, ειδικά όταν ο μισθωτής παραμένει στην οικία και δεν καταβάλλει τα συμφωνημένα οφειλόμενα μισθώματα (ενοίκια). Σε περίπτωση μη ορθής εκπληρώσεως της μισθωτικής συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτή (ενοικιαστή), ο νόμος δίνει στον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη) το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημίωση. Ο εκμισθωτής λοιπόν δύναται να προχωρήσει σε καταγγελία της μίσθωσης σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (597 ΑΚ).

Η καταγγελία της ανωτέρω περίπτωσης δύναται να λάβει χώρα, τόσο με εξώδικη δήλωση όσο  και με την αγωγή που ασκείται για την απόδοση του μισθίου, με ταυτόχρονο αίτημα καταβολής των καθυστερουμένων μισθωμάτων. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο ενός μηνός από την επίδοση είτε του εξωδίκου, είτε της αγωγής, για μισθώσεις με διάρκεια ενός έτους ή περισσότερο και δέκα ημερών στις άλλες περιπτώσεις. Πριν την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας της καταγγελίας, δηλαδή πριν την πάροδο του ενός μηνός, η σύμβαση μίσθωσης είναι ενεργή, παράγει τα έννομα αποτελέσματά της και  ως εκ τούτου ο μισθωτής οφείλει μισθώματα. Μετά ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση χρήσης  το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να αα απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Με βάση το άρθρο ΑΚ 597 για την καταγγελία της μίσθωσης απαιτείται:

 

  1. Έγκυρη Σύμβαση Μισθώσεως

2.Καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος εκ μέρους του μισθωτή

3.Υπερημερία ή δυστροπία του μισθωτή ως προς την πληρωμή του μισθώματος, για την επέλευση της οποίας απαιτείται είτε η προγενέστερη συμφωνία πληρωμής του σε ορισμένη ημέρα και η παρέλευση αυτής είτε η όχληση του μισθωτή από τον εκμισθωτή.

  1. Παραχώρηση της χρήσης του μισθίου εκ μέρους του εκμισθωτή
  2. Κατοχή του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή
  3. Καταγγελία της μίσθωσης μέσω εξωδίκου ή αγωγής.

 

NΕΟΦΥΤΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ 12506)

Κιν: 6936344184

e-mail:neofitidou.dimi@gmail.com