gdpr img

ΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 2016/679 (GDPR) – ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

ΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 2016/679 (GDPR) – ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

 

Από την 25-05-2018 και εφεξής έχει τεθεί σε ισχύ ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων, η οποία αφορά πολίτες κρατών της ΕΕ. Η έννοια της προστασίας των δεδομένων δεν είναι άγνωστη στο εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς στην Ελλάδα ισχύει (μέχρι την ψήφιση του εφαρμοστικού Νόμου του Κανονισμού) ο Ν. 2472/1997, σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 95/46/ΕΚ Οδηγία. Ο νέος Κανονισμός και αντίστοιχα ο νέος εθνικός νόμος που θα τεθεί σε ισχύ, συστηματοποιούν την διαδικασία προστασίας των δεδομένων και ισχυροποιούν την ανάγκη προστασίας τους, δεδομένων μάλιστα των ιδιαίτερα υψηλών προστίμων, που μπορούν να επιβληθούν σε όσες επιχειρήσεις δεν έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις του.

Η συμμόρφωση αφορά όλες τις επιχειρήσεις, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις, (π.χ. επεξεργασία δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα ή ύπαρξης καμερών στο χώρο εργασίας) υπάρχουν επιπλέον προϋποθέσεις συμμόρφωσης (π.χ. ορισμός από την εταιρία Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων – DPO).

Στην Ελλάδα σήμερα, μόλις το 11% των επιχειρήσεων έχει συμμορφωθεί με τον Κανονισμό, ποσοστό, το οποίο, εάν δεν αυξηθεί, πρόκειται να οδηγήσει σε επιβολή χιλιάδων προστίμων από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Με τη βοήθεια νομικού εμπειρογνώμονα, η συμμόρφωση με τον Κανονισμό είναι απλή υπόθεση και μπορεί να γίνει με βάσει τα βήματα που έχουν υποδειχθεί ήδη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ενδεικτικά:

  • Eυαισθητοποίηση και δέσμευση της επιχείρησης για την συμμόρφωση του οργανισμού (GDPR Compliance)
  • Ενημέρωση του συνόλου του προσωπικού για τον νέο κανονισμό (GDPR Awareness )
  • Σύσταση Ομάδας Εργασίας (GDPR Team)
  • Ορισμός Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer), εφ’ όσον απαιτείται.
  • Χαρτογράφηση της ροής των δεδομένων (Data mapping, Data Flow)
  • Εντοπισμός και ανάλυση κινδύνων και ελλείψεων (Risk Assessment, Gap Analysis)
  • Εκπόνηση Εκτίμησης Αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Data Protection Impact Assessment), εφ’ όσον απαιτείται
  • Αναθεώρηση πολιτικών και διαδικασιών (Privacy Policy, Process Re-Engineering)
  • Αξιοποίηση της τεχνολογίας και των εργαλείων πληροφορικής (Firewalls/AVs, CRMs/Work Flow Applications, Encryption, Cloud)
  • Ανάπτυξη διαδικασιών γνωστοποίησης εποπτικής Αρχής και ανακοίνωσης στα υποκείμενα των δεδομένων (Notification Procedures)
  • Δοκιμαστικοί έλεγχοι συστημάτων και διαδικασιών (GDPR Audit)
  • Διαρκής παρακολούθηση και επικαιροποίηση των διαδικασιών και των συστημάτων (Monitoring, Review)
  • Εκπαίδευση προσωπικού της επιχείρησης.
  • Διεκδίκηση αποζημιώσεων για παραβιάσεις του Κανονισμού

Το γραφείο μας, με μεγάλη εμπειρία στο δίκαιο προσωπικών δεδομένων, ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 2472/97 (ιδίως σε δικαστική επιδίωξη αποζημιώσεων για περιπτώσεις παραβίασης προσωπικών δεδομένων από μεγάλους τραπεζικούς οργανισμούς) και ευρισκόμενο σε διαρκή διαδικασία επιμόρφωσης σχετικά με τον Κανονισμό (GDPR), αναλαμβάνει τη συμμόρφωση επιχειρήσεων στις διατάξεις του, εξατομικεύοντας την ανάγκη κάθε επιχείρησης. Ενδεικτικά παρέχονται υπηρεσίες:

  • Συμμόρφωση της επιχείρησης με τον Κανονισμό (GDPR Consulting / Compliance) μέσω παροχής νομικών συμβουλών και σύνταξη πολιτικής απορρήτου/προστασίας δεδομένων
  • Εκπαίδευση του προσωπικού (GDPR Training / GDRP Awareness)
  • Εκπόνηση σχεδίου λήψης οργανωτικών μέτρων προστασίας δεδομένων.
  • Εκπόνηση έκθεσης Αντικτύπου Επεξεργασίας Δεδομένων (Data Protection Impact Assessment)
  • Παροχή υπηρεσιών Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO- Data Protection Officer)
  • Παροχή υπηρεσιών διαρκούς ελέγχου σχετικά με τα επίπεδα συμμόρφωσης, για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης)

 

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Β. ΤΣΟΡΜΠΑΤΖΙΔΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ

Τσορμπατζίδης Βασίλειος

Παρ’ Εφέταις Δικηγόρος Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ 11039) – Εμπειρογνώμων GDPR

Τηλ: 2310-821979 – Κιν: 6976322663

e-mail: vas.tsormp@gmail.com

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΛΟΓΩ ΟΧΛΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ

Τσορμπατζίδης Βασίλειος
Παρ’ Εφέταις Δικηγόρος Θεσσαλονίκης (ΑΜΔΣΘ 11039)
Τηλ: 2310-225726
Κιν: 6976322663
e-mail: vas.tsormp@gmail.com

Μια συνήθης και ιδιαίτερα ψυχοφθόρα για τους πολίτες πρακτική των τραπεζών (αλλά και άλλων εταιριών που διαθέτουν τα στοιχεία του πολίτη, πχ εταιρίες κινητής τηλεφωνίας) είναι η απόδοση των προσωπικών στοιχείων που τους έχει εμπιστευτεί ο οφειλέτης σε εισπρακτικές εταιρίες, οι οποίες ενοχλούν τηλεφωνικά και επανειλημμένα τον οφειλέτη, δημιουργώντας του ψυχική πίεση με αθέμιτο τρόπο. Πλήθος δικαστικών αποφάσεων έχουν εκδοθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος και οφειλέτες έχουν αποζημιωθεί. Ενδεικτικά αναφέρονται οι αποφάσεις 3277/2014 Ειρ Αθ., 319/2017 Ειρ Αθ, 96/2016 ΕιρΑθ, 1437/2014 ΕφΑθ, 2887/2010 Εφ Αθ, 3428/2016 Μον Πρ. Αθ, 415/2016 Ειρ Αθ, 273/2016 Ειρ Αθ.

Η πρακτική αυτή είναι τις περισσότερες φορές παράνομη και συνιστά παραβίαση των προσωπικών δεδομένων του οφειλέτη, ο οποίος μπορεί να αποζημιωθεί από την Τράπεζα με ποσά τουλάχιστον 5.863 Ευρώ και άνω, ανάλογα το ύψος της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί. Η υποχρέωση αυτή των τραπεζών (και κάθε άλλου νομικού προσώπου) πηγάζει από το Ν. 2472/1997. Σε γενικές γραμμές, η Τράπεζα, πριν μεταβιβάσει τα προσωπικά δεδομένα του οφειλέτη σε εισπρακτική εταιρία οφείλει να τον ενημερώσει και να ζητήσει την έγκριση του εγγράφως και δεν αρκούν οι γενικοί όροι που έχουν υπογραφεί μεταξύ τους, συνήθως κατά την υπογραφή της σύμβασης δανείου. (γεγονός το οποίο πολλοί αγνοούν και θεωρούν ότι έχουν δώσει τέτοια έγκριση στην Τράπεζα). Να σημειωθεί επίσης ότι σε περίπτωση χειρισμού της υπόθεσης από δικηγόρο, αυτός μπορεί να τηλεφωνήσει μόνο μια φορά στον οφειλέτη για να τον ενημερώσει και να ερευνηθεί η πιθανότητα συμβιβαστικής λύσης. Από κει και πλέον θα πρέπει να επικοινωνεί μόνο με το δικηγόρο του οφειλέτη.

Όταν ο οφειλέτης δεχτεί τηλεφώνημα από εισπρακτική εταιρία, πρέπει να ζητήσει εγγράφως (σε επιστολή ή email) από την εταιρία (συνήθως παραπέμπεται στον προϊστάμενο) τον τρόπο με τον οποίο η εισπρακτική εταιρία έλαβε τα προσωπικά του δεδομένα και ποιος της τα παρείχε. Η εισπρακτική εταιρία είναι υποχρεωμένη να τα αποστείλει, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική να προσπαθούν να αποφύγουν αυτό το σκέλος θέτοντας παρελκυστικά ερωτήματα στον οφειλέτη, εάν αυτός ζητήσει να του δώσουν τα στοιχεία αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μια λίστα (αναλυτικός λογαριασμός) των κλήσεων αρκεί (σε συνδυασμό ίσως με κάποια μαρτυρική κατάθεση) για να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, εάν η αγωγή του είναι πλήρης και παραθέτει όλα όσα ο Νόμος προβλέπει, εκδίδεται απόφαση η οποία υποχρεώνει την Τράπεζα να αποζημιώσει τον οφειλέτη λόγω ηθικής βλάβης, τουλάχιστον για ποσό 5.863 Ευρώ. Είναι δυνατόν να επιδικαστεί και πιο υψηλό ποσό, ιδίως σε περιπτώσεις επανειλημμένων τηλεφωνικών οχλήσεων. Πολύ πρόσφατη σχετική δικαστική απόφαση είναι η Ειρ.Αθ. 96/2016, η οποία ανοίγει στην ουσία το δρόμο για τη διεκδίκηση από μεγάλο αριθμό οφειλετών χρηματικών ποσών από την ηθική τους βλάβη από τη συμπεριφορά αυτή των τραπεζών. Τα έξοδα άλλωστε για την άσκησης της εν λόγω αγωγής δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει κατατεθεί ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός αγωγών, πιθανόν λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης των οφειλετών.

Πρόσφατα επικυρώθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζοντος κατ’ έφεση απόφασης Ειρηνοδικείο, νομολογιακά η υποχρέωση των τραπεζών και λοιπών ιδιωτών να αποζημιώνουν πολίτες των οποίων τα προσωπικά δεδομένα έχουν χορηγήσει σε τρίτα πρόσωπα (εισπρακτικές εταιρίες). Όπως αποφαίνονται οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν γραπτώς τους δανειολήπτες που έχουν «κόκκινα» δάνεια στην περίπτωση που μεταβιβάσουν τα προσωπικά τους δεδομένα σε συγκεκριμένη εισπρακτική εταιρεία. Αλλά και οι εισπρακτικές εταιρείες πρέπει να ενημερώνουν τους δανειολήπτες ότι έχουν στη διάθεση τους τα προσωπικά τους στοιχεία γιατί σε διαφορετική περίπτωση τηλεφωνούν παράνομα. Τα παραπάνω αποτελούν νόμιμη υποχρέωση τους, παρότι πολλάκις οι εισπρακτικές εταιρίες αρνούνται να χορηγήσουν τα στοιχεία, γεγονός τελείως αντίθετο στο νόμο και τις ως τώρα δικαστικές αποφάσεις

Εάν δεν τηρηθούν οι παραπάνω προϋποθέσεις ο δανειολήπτης, σύμφωνα με τις νέες επίμαχες δικαστικές αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και του Πρωτοδικείου, μπορεί να διεκδικήσει  αποζημίωση για ηθική βλάβη η οποία ανέρχεται σε τουλάχιστον 5.863 Ευρώ, όπως ορίζει ο σχετικός νόμος, ποσό το οποίο μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με την ένταση της προσβολής των προσωπικών δεδομένων. Το γεγονός αυτό, επικυρώθηκε πλέον και από τις υπ’ αριθμ. 3428/2016 Πρωτοδικείου Αθηνών, 273/2016 Ειρηνοδικείου Αθηνών, 52/2017 Ειρηνοδικείου Αθηνών και 5827/2017 Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ανοίγοντας στην ουσία το δρόμο σε δανειολήπτες που παράνομα ενοχλούνται από εισπρακτικές εταιρίες, να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να αποζημιωθούν από την τράπεζα και μάλιστα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα.

Τέλος, πρόσφατα, με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επικυρώθηκε και εξειδικεύτηκε απόλυτα η υποχρέωση των τραπεζών (η οποία ήδη νομολογιακά είχε εξειδικευθεί), να ενημερώνουν με συγκεκριμένη επιστολή για συγκεκριμένη εισπρακτική κάθε δανειολήπτη, αλλιώς παραβαίνουν τη σχετική υποχρέωση εκ του νόμου. Χαρακτηριστικά αναφέρει «Συγκεκριμένα πρέπει να γίνεται ειδική ατομική ενημέρωση των οφειλετών για τη διάθεση των δεδομένων τους από τους δανειστές σε εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών, δηλαδή ο δανειστής, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, οφείλει να ενημερώσει τους οφειλέτες για τη διάθεση των δεδομένων τους σε συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, να παρέχει ένα εύλογο διάστημα (πχ. 10-15 ημερών) πριν από τη διάθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης…»

Τέλος θα πρέπει να τονιστεί ότι πολλές φορές η τράπεζες και οι συνεργαζόμενες εισπρακτικές εταιρίες δίνουν παρελκυστικές απαντήσεις στους πολίτες για παράδειγμα ότι «η σύμβαση σας μας δίνει το δικαίωμα» κάτι το οποίο δεν ισχύει καθώς όπως ορίζεται στην Απόφαση «Άλλωστε, συνεχίζουν ως «συγκατάθεση» ορίζεται «η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που τον αφορούν». Με απλά λόγια, πριν χορηγηθούν στον τρίτο τα στοιχεία σας, απαιτείται να δώσετε ρητή και συγκεκριμένη συγκατάθεση, έχοντας επίγνωση του γεγονότος, κάτι το οποίο σχεδόν ποτέ δεν εφαρμόζεται.

Σύμφωνα με πλήθος αποφάσεων των δικαστηρίων σε πρώτο βαθμό, αλλά και στο εφετείο, μπορείτε να λάβετε αποζημίωση το λιγότερο 5.863 Ευρώ συν τους τόκους από το χρόνο άσκησης της αγωγής εφόσον επικοινωνήσετε με δικηγόρο και κινηθείτε νομικά. Η αμοιβές μπορούν και να συμφωνηθούν είτε με ποσοστό επί του ποσού που θα επιδικαστεί, είτε κατ’ αποκοπή κατά περίπτωση.

 

Το γραφείο μας σε συνεργασία με δίκτυο νομικών σε όλη την Ελλάδα διεκπεραιώνει σχετικές υποθέσεις με σχέση εμπιστοσύνης, υπευθυνότητας και ακρίβειας προς τον εντολέα.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

Ο Ρ Ι Σ Μ Ο Σ  : Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία κατά την οποία τα μέρη, με τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τις επιμέρους πτυχές της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους. Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση επαφίεται στην πρωτοβουλία των μερών και αποτελεί μία μη δεσμευτική, καθαρά ιδιωτική μέθοδο επίλυσης των διαφορών. Η διαμεσολάβηση προς το παρόν δεν αποτελεί στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας πριν την προσφυγή στη δικαιοσύνη, άρα δεν είναι αναγκαία η προσφυγή πρώτα σε αυτήν και μετά στο δικαστήριο.            

Π Λ Ε Ο Ν Ε Κ Τ Η Μ Α Τ Α  :       Η διαμεσολάβηση ως θεσμός διακρίνεται από ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία η πολιτική δίκη ως εκ του προορισμού και της δομής της δεν μπορεί να εγγυηθεί στον ίδιο βαθμό. Η σχετική διαδικασία χαρακτηρίζεται ειδικότερα από εχεμύθεια, με αποτέλεσμα την προστασία τυχόν εμπιστευτικών πληροφοριών των μερών, από ευελιξία, αφού η πορεία της προσδιορίζεται ελεύθερα από τον διαμεσολαβητή σε συνεργασία με τα μέρη και από τον έλεγχο των ίδιων των μερών επί της διάρκειάς και κυρίως της έκβασής της, αφού εναπόκειται σε αυτά και μόνο να αποφασίσουν με ποιον τρόπο θα επιλύσουν τη διαφορά τους ή να τερματίσουν τη διαδικασία αν και όποτε το επιθυμούν. Στη διαμεσολάβηση η ενδεχόμενη συμφωνία προκύπτει μετά από ανάδειξη και συνεκτίμηση από τα μέρη με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή ακόμη και μη νομικών στοιχείων που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Η δυνατότητα αυτή αποδέσμευσης από νομικά στοιχεία και επιχειρήματα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της διαμεσολάβησης, αφού οι λύσεις είναι περισσότερο προσανατολισμένες στα συμφέροντα των μερών, ενώ είναι δυνατή η ένταξη στη διαμεσολάβηση ακόμη και απαιτήσεων που δε συνέχονται με την αρχική διαφορά, κάτι που δεν είναι δυνατόν στο πλαίσιο των δικαστηριακών πρακτικών και διαδικασιών.

Ιδιαίτερη δε σημασία πρέπει να αποδοθεί στην αποφυγή της χρόνιας δικαστικής διαμάχης με τη διευθέτηση της διαφοράς ως αποτέλεσμα της σύμμετρης και φιλικής ικανοποίησης των κατ’ ιδίαν συμφερόντων των μερών και της διάθεσής τους να συνεχίσουν την επιχειρηματική ή άλλη συνεργασία τους προς όφελος των ίδιων και του ευρύτερου επαγγελματικού ή κοινωνικού τους χώρου ή τουλάχιστον της επίλυσης της διαφοράς τους με τη μικρότερη δυνατή ζημία και για τα δύο μέρη.

Ν Ο Μ Ο Θ Ε Σ Ι Α  :    Η διαμεσολάβηση εισήλθε ως θεσμός στην Ελλάδα με την Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και ενσωματώθηκε στη ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3898/2010 (ΦΕΚ 211/16-12-2010), ο οποίος έκτοτε ισχύει με τις τροποποιήσεις του.

Υ Π Α Γ Ο Μ Ε Ν Ε Σ  Δ Ι Α Φ Ο Ρ Ε Σ  :     Στη διαμεσολάβηση μπορούν να υπαχθούν μόνο οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός. Δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της διαδικασίας της διαμεσολάβησης σε δικαιώματα και υποχρεώσεις ως προς τα οποία τα μέρη δεν έχουν την ελευθερία να αποφασίζουν βάσει του οικείου εφαρμοστέου δικαίου, ιδίως οι φορολογικές τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή αξιώσεις κατά του κράτους λόγω πράξεων ή παραλείψεων κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας.

Σ Υ Μ Φ Ω Ν Ι Α  Τ Ω Ν  Μ Ε Ρ Ω Ν :       Η συμφωνία των μερών για την υπαγωγή μιας διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως. Η συμφωνία αυτή διέπεται από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τις συμβάσεις. Η ύπαρξη συμφωνίας για προσφυγή σε διαμεσολάβηση δε συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, εν αντιθέσει  με τη συμφωνία προσφυγής στη διαιτησία. Η συμφωνία προσφυγής στη διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει πριν ή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.

Δ Ι Α Μ Ε Σ Ο Λ Α Β Η Τ Η Σ  :  Κύριος στόχος του διαμεσολαβητή –σε αντίθεση με το διαιτητή – είναι να διευκολύνει τα μέρη να επιλύσουν τα ίδια τη διαφορά τους. Ο διαμεσολαβητής δεν έχει εξουσία να αποφασίσει ο ίδιος ή να υποδείξει στα μέρη πιθανές λύσεις για την επίλυση της διαφοράς, δύναται όμως να διατυπώνει προτάσεις προς επίλυσή της. Στις εγχώριες διαφορές το έργο του διαμεσολαβητή ανατίθεται σε δικηγόρο, ύστερα από πιστοποίηση και διαπίστευση από τους αρμόδιους φορείς. Στις διασυνοριακές διαφορές παρέχεται η δυνατότητα στα μέρη να ορίσουν ως διαπιστευμένο διαμεσολαβητή τρίτο πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος.

Δ Ι Α Δ Ι Κ Α Σ Ι Α  :    Κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης πρέπει να γίνονται σεβαστές και να διαφυλάσσονται θεμελιώδεις δικονομικές κατακτήσεις, όπως η ισότητα των μερών και η ανεξαρτησία και αμεροληψία του διαμεσολαβητή, χωρίς τη συνδρομή των οποίων κινδυνεύει η επίτευξη του σκοπού της διαμεσολάβησης.  Θεσμοθετείται επίσης υποχρέωση του διαμεσολαβητή να μην κοινοποιεί στο άλλο μέρος πληροφορίες που αντλεί κατά τις επαφές του με το ένα μέρος, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας και της εχεμύθειας της που αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Ειδικότερα,

1) ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συμμετέχει στην παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν μπορεί να καταθέσει σε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία μαρτυρία ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν

α) την πρόσκληση ενός εκ των μερών να προσφύγουν τα μέρη σε διαμεσολάβηση ή το γεγονός ότι ένα εκ των μερών ήταν διατεθειμένο να συμμετάσχει σε διαμεσολάβηση,

β) τις γνώμες που εκφράζονται ή τις υποδείξεις που διατυπώνονται από ένα εκ των μερών κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ενόψει μιας ενδεχόμενης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς,

γ) τις δηλώσεις ή τις ομολογίες που γίνονται από ένα εκ των μερών στη διαμεσολάβηση,

δ) το γεγονός ότι ένα εκ των μερών δήλωσε ότι είναι διατεθειμένο να δεχθεί πρόταση διακανονισμού που γίνεται από το διαμεσολαβητή,

ε) τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί αποκλειστικά για τους σκοπούς της διαμεσολάβησης,

στ) τις προτάσεις που έκανε ο διαμεσολαβητής μετά από αίτημα των μερών.

2) Η αποκάλυψη των παραπάνω πληροφοριών δεν μπορεί να διαταχθεί από Δικαστήριο ή από οποιαδήποτε άλλη Δικαστική Αρχή σε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία και μάλιστα ανεξάρτητα από τη μορφή των πληροφοριών και αποδείξεων αυτών. Οι πληροφορίες αυτές δε θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία. Κατ’ εξαίρεση οι εν λόγω πληροφορίες ενδέχεται να αποκαλύπτονται ή να γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία α) στο μέτρο που είναι απαραίτητο για την εφαρμογή ή την εκτέλεση διαδικασίας διακανονισμού που προκύπτει άμεσα από τη διαμεσολάβηση, β) για επιτακτικούς λόγους δημόσιας τάξης κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία ανηλίκων ή να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου και γ) εφόσον συμφωνείται από το διαμεσολαβητή και τα μέρη.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω σας προτείνουμε να προσφύγετε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης γιατί :

  • κερδίζετε χρόνο καθώς η διαφορά σας επιλύεται πολύ σύντομα σε αντίθεση με τους χρόνιους δικαστικούς αγώνες που θα χρειαστεί να κάνετε αν επιλέξετε την προσφυγή στα δικαστήρια με αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, ιδίως λόγω της πολύ αργής απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας
  • εξοικονομείτε δικαστικά έξοδα και δικηγορικές αμοιβές
  • σε κάθε περίπτωση δε χάνετε το δικαίωμά προσφυγής στη δικαιοσύνη
  • σε περίπτωση αποτυχίας τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης δε θα χρησιμοποιηθούν εναντίον σας σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη
  • επιλύετε τις διαφορές σας με τους αντιδίκους με τρόπο ειρηνικό κι όχι με αλλεπάλληλες δικαστικές μάχες
  • εξακολουθείτε ενδεχομένως τις συναλλαγές με το άλλο μέρος, αφού οι μεταξύ σας σχέσεις δε θα έχουν διαταραχθεί.

 

 

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΙΣΘΩΝ ΣΤΙΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7077)

Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Ν. 4093/2012 που αφορούν τις μειώσεις των μισθών των εν ενεργεία και τις συντάξεις των εν αποστρατεία Στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.

Αναφορικά με τη αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του νόμου 4093/2012 έχουν εκδοθεί και δημοσιευτεί  οι υπ’ αρ. 2192/2014 έως και 2196/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας με τις οποίες κρίνονται αντισυνταγματικές εκείνες οι διατάξεις του Ν. 4093/2012 με τις οποίες επιβλήθηκαν οι μειώσεις στους μισθούς των εν ενεργεία και τις συντάξεις των εν αποστρατεία Στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Μάλιστα, έχουν εκδοθεί και σχετικά Πρακτικά από το Συμβούλιο Συμμόρφωσης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα οποία αναγνωρίζουν την παρανομία που τελεί το Ελληνικό Δημόσιο να μην αποκαθιστά πλήρως και να μην επαναφέρει τους μισθούς των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας στο καθεστώς πριν την 01-08-2012. Το Ελληνικό Δημόσιο βέβαια εξέδωσε τον Νόμο 4307/2014 με τον οποίο χορηγήθηκε μόνο το 50% των μειώσεων που τελέστηκαν με το Ν. 4093/2012, χωρίς να γίνεται οιαδήποτε αναφορά για την καταβολή του υπόλοιπου 50%.

Πριν την ψήφιση του άνω Νόμου, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνέδριου, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, εξέδωσε σχετική γνωμοδότηση σύμφωνα με την οποία, κρίνονταν αντισυνταγματικές οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν την άνω μείωση των μισθών και των συντάξεων. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι «…..στην περίπτωση που προβλέπεται με άλλο νομοσχέδιο η μείωση των αποδοχών οποιαδήποτε κατηγορίας λειτουργών και υπαλλήλων υπάρχει ο κίνδυνος οι συνταξιούχοι των κατηγοριών αυτών να υποστούν διπλή μείωση λόγω αναπροσαρμογής των συντάξεών τους και αυτοτελή μείωση με βάση το προς γνωμοδότηση νομοσχέδιο και συνεπώς πρέπει να διευκρινισθεί ότι μία μείωση είναι επιτρεπτή, άλλως θίγεται η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας» (βλ. τα Πρακτικά της 3ης Συνεδρίασης της 30-10-12 και της 4ης Συνεδρίασης της 31-10-2012). Κινούμενο στα πλαίσια αυτά το Ελεγκτικό Συνέδριο σε επίπεδο Τμημάτων αναμένεται να εκδώσει λίαν συντόμως αποφάσεις που αφορούν πολιτικούς και στρατιωτικούς συνταξιούχους και με τις οποίες κρίνονται αντισυνταγματικές οι συγκεκριμένες μειώσεις.

Συνεπώς, τόσο το ΣτΕ με τις αποφάσεις του όσο και το Ελεγκτικό Συνέδριο (με την γνωμοδότησή του και τις αναμενόμενες αποφάσεις του) ουσιαστικά ακυρώνουν τις μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις που έχουν επιβληθεί με το Ν. 4093/2012. Μάλιστα, το Ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει να επαναφέρει τους μισθούς και τις συντάξεις στο ύψος που αυτές ήταν πριν την 01-08-2012, καθώς πρέπει να συμμορφωθεί πλήρως στο διατακτικό των αποφάσεων του ΣτΕ. Όμως, παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις, από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν έχει τελεστεί μέχρι σήμερα ολοκληρωτική επαναφορά των μισθών και των συντάξεων, όπως αυτοί ίσχυαν κατά το προ της 01-08-2012 διάστημα.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

 

Καταγγελία που γίνεται από ταπεινά αίτια

H καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη και καταχρηστική καί όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός εάν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αβάσιμων αξιώσεων. Το δικαίωμα καταγγελίας ασκείται στις περιπτώσεις αυτές χωρίς να εξυπηρετείται κανένα άξιο προστασίας συμφέρον του εργοδότη, με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον εργαζόμενο.

Νόμιμη διεκδίκηση αξιώσεων από τον εργαζόμενο

Μία από τις συνήθεις περιπτώσεις απόλυσης για λόγους εκδίκησης από την πλευρά του εργοδότη είναι όταν ο εργαζόμενος προσφεύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας ή και στα πολιτικά δικαστήρια προκειμένου να καταγγείλει τον εργοδότη για μη ικανοποίηση νόμιμων δικαιωμάτων του. Η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν αίρεται από την τυχόν επερχόμενη λόγω της δίκης οξύτητα και την συνακόλουθη έλλειψη πνεύματος συνεργασίας εφόσον αυτή οφείλεται στον ίδιο τον εργοδότη και δε σχετίζεται με κάποια υπαιτιότητα του μισθωτού διότι στην αντίθετη περίπτωση ο μισθωτός με μόνη τη δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία θα θεωρείτο έγκυρη, αφού θα κρινόταν ότι αυτομάτως προκλήθηκε όξυνση των σχέσεων εργοδότη και εργαζομένου.

Νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου

Άλλη συνήθης στην πράξη περίπτωση καταχρηστικότητας της απόλυσης που οφείλεται σε ταπεινά κίνητρα είναι όταν ο εργοδότης καταγγέλλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του εργαζόμενου από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του λόγω προηγηθείσης νόμιμης συνδικαλιστικής του δράσης, όπως η συμμετοχή του σε απεργία του σωματείου στο οποίο ανήκει ο εργαζόμενος. Η ενέργεια αυτή είναι νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη. Η απόλυση για νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι καταχρηστική εφόσον βεβαίως από αυτήν δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Εν προκειμένω η απόλυση του νομίμως συνδικαλιζόμενου εργαζομένου γίνεται είτε για να απαλλαγεί ο εργοδότης από τον εργαζόμενο είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόμενους, ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση. Ο εργοδότης πρέπει όμως να τελεί σε γνώση της συνδικαλιστικής ιδιότητας του εργαζομένου.

 

  • απόλυση λόγω απόκρουσης από τον εργαζόμενο επιβληθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ή άρνησης εκτέλεσης μη συμβατικών καθηκόντων

Καταχρηστική ως αντίθετη στα αντικειμενικά όρια του 281 ΑΚ είναι και η καταγγελία που γίνεται από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζομένου και για το λόγο ότι αυτός απέκρουσε την από τον εργοδότη επιχειρηθείσα μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η ίδια ακριβώς αντιμετώπιση προσήκει και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αρνείται να εκτελέσει εργασία που δεν εμπίπτει στα συμβατικά καθήκοντα  και ο εργοδότης από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του τον απολύει.

Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας που γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους

Στην περίπτωση απόλυσης που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους όπως είναι μεταξύ άλλων η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία επιλογή πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων  και υπηρεσιακής απόδοσης να λάβει υπ’ όψιν του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία ως αντικειμενικό κριτήριο εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση είναι κατάλληλος να εργαστεί σ’ αυτήν.

Καταχρηστική απόλυση συνεπεία παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας

Αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε κατ’ αρχήν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει, αντί της καταγγελίας, την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους. Και αυτό γιατί με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης. Η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Ο εργοδότης οφείλει να ασκεί το δικαίωμα καταγγελίας με κάθε δυνατή φειδώ. Έτσι η κατάργηση της θέσης εργασίας ως συνέπεια της απόφασης του εργοδότη να προβεί σε αναδιάρθρωση της επιχείρησης δε δικαιολογεί την απόλυση του εργαζομένου που κατέχει τη συγκεκριμένη θέση, όταν κατά τον χρόνο της απόλυσης υπάρχουν κενές θέσεις στο ίδιο ή σε άλλα τμήματα της επιχείρησης στις οποίες μπορεί να απασχοληθεί ο εργαζόμενος. Η μετάθεση πρέπει σε κάθε περίπτωση να προηγείται της απολύσεως.

Καταχρηστική απόλυση, όταν οφείλεται σε απαγορευμένη διάκριση βάσει των Ν. 3304/2005 και 3896/2010

Η καταγγελία είναι καταχρηστική και στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας έχει ως αιτία ένα προσωπικό στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπεται να αποτελέσει κριτήριο για τη λήψη αποφάσεως του εργοδότη για απόλυση. Πρόκειται για τα στοιχεία για τα οποία τόσο ο κοινοτικός νομοθέτης (Οδηγίες 2002/73, 2000/43, 2000/78) όσο και ο εθνικός νομοθέτης (Ν. 3304/2005, 3896/2010) θεσπίζουν απαγορεύσεις διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού του εργαζομένου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η προσφυγή στο άρθρο 281 ΑΚ και στα ειδικότερα κριτήρια τα οποία αυτό ορίζει αλλά αρκεί να συνδέεται αιτιωδώς η απόλυση με ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα.                     Για παράδειγμα έχει κριθεί ότι η απόλυση ενός εργαζομένου επειδή είναι φορέας του ιού HIV είναι άκυρη ως περιέχουσα δυσμενή διάκριση σε βάρος του, με την επιφύλαξη περιπτώσεων επαγγελμάτων όπως ο νοσοκόμος ή εργαζόμενος σε επισιτιστικά επαγγέλματα όπου εκεί υπάρχει κίνδυνος για τη μετάδοσή του στους ασθενείς (προκειμένου περί νοσοκόμου) ή στους πελάτες (προκειμένου για εργαζομένου σε επισιτιστικά επαγγέλματα). Και αυτό γιατί το να είναι ένα άτομο οροθετικό θεωρείται «αναπηρία» κατά την έννοια του Ν. 3304/2005 και άρα η απόλυσή του για αυτό το λόγο είναι άκυρη.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Ε.Π.Α.)

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς του τον δανεισμό προσωπικού του σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με την μορφή προσωρινής απασχόλησης. Η ισχύουσα σήμερα νομοθεσία για τις επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης είναι ο Ν. 4052/2012 (όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις των Ν. 4093/2012 και 4254/2014). Ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Κατ’ εξαίρεση η επιχείρηση αυτή μπορεί να ασκεί και τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) την μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας για την οποία έχει γίνει αναγγελία έναρξής της στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν έχει απαγορευτεί η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, β) την αξιολόγηση ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις, γ) συμβουλευτικό και επαγγελματικό προσανατολισμό σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Για την άσκηση της δραστηριότητας της προσωρινής απασχόλησης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται αναγγελία έναρξης της εν λόγω δραστηριότητας στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία συνοδεύεται από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για τη σύσταση και λειτουργία των Ε.Π.Α.

Η απασχόληση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης δεν επιτρέπεται, μεταξύ άλλων όταν: α) με αυτήν αντικαθίστανται εργαζόμενοι που ασκούν το δικαίωμα της απεργίας, β) ο έμμεσος εργοδότης το προηγούμενο τρίμηνο είχε πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομικοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο εξάμηνο είχε προβεί σε ομαδικές απολύσεις ίδιων ειδικοτήτων, γ) οι εργασίες λόγω της φύσης τους, εγκυμονούν ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, δ) όταν ο απασχολούμενος υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεων εργατοτεχνιτών οικοδόμων, εξαιρουμένων των εργατοτεχνιτών οικοδόμων που απασχολούνται σε έργα αρχικού προϋπολογισμού 10.000.000,00 ευρώ και άνω υπό ειδικές προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.

Στη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσου εργοδότη) και του μισθωτού πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι παροχής εργασίας στους έμμεσους εργοδότες και η διάρκεια της, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.

Οι αποδοχές του μισθωτού που παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τον εκάστοτε νομοθετικά καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Οι βασικοί όροι εργασίας των εργαζόμενων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης τους στον έμμεσο εργοδότη πρέπει να είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν, αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον εν λόγω εργοδότη (τον έμμεσο εργοδότη) για να καταλάβουν την ίδια θέση (εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης).

Η προηγούμενη σύναψη έγγραφης σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου μεταξύ της Ε.Π.Α. και του μισθωτού είναι απαραίτητη. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με την Ε.Π.Α. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της Ε.Π.Α. και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται ειδικότερα τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για το χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεσή του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση, τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η Ε.Π.Α. υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς.

Οι προσωρινά απασχολούμενοι συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό του ορίου που απαιτείται για τη σύσταση οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων στην επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης και στον έμμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Ο έμμεσος εργοδότης υποχρεούται κατά την ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων του να παρέχει πληροφορίες για τον αριθμό των προσωρινά απασχολουμένων, το σχέδιο χρήσης προσωρινά απασχολουμένων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψής τους απευθείας από αυτόν.

Η διάρκεια της τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.

Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης τους σε έμμεσο εργοδότη υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα. Οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται από την Ε.Π.Α. σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σε περίπτωση που ο προσωρινά απασχολούμενος λόγω της ιδιότητάς του ασφαλίζεται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του καθορίζεται με συμφωνία του προσωρινά απασχολούμενου και της Ε.Π.Α.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

Σημαντική κάμψη της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) αποτελεί η υποχρέωση για σύναψη σύμβασης ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα. Ο Ν. 489/1976 επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στον κύριο ή κάτοχο αυτοκινήτου το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία, του αφήνει όμως ελεύθερο να επιλέξει τον ασφαλιστή. Η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα καλύπτει τους κινδύνους που προβλέπει ο Ν. 489/1976 και αφορά το οριζόμενο από το νόμο κατώτατο όριο ασφαλιστικής καλύψεως. Ο κανόνας είναι ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται για όλους τους κινδύνους που προβλέπει ο Ν. 489/1976.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου η ασφαλιστική σχέση μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου είναι ισχυρή πλην όμως δεν υπάρχει κατά νόμο ασφαλιστική κάλυψη. Τούτο συντρέχει όταν δεν καλύπτεται ασφαλιστικά η ευθύνη του υπαιτίου οδηγού. Οι περιπτώσεις αυτές είναι :

α) Πρόκληση ζημίας σε τρίτο από πρόσωπο το οποίο επελήφθη της κατοχής του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία (βλ. άρθρο 6 § 1 Ν. 489/1976) εφόσον δεν καλύπτεται η αστική του ευθύνη. Εδώ ο ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του υπαιτίου οδηγού.

β) Στην περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτο από οδηγό ο οποίος επελήφθη του αυτοκινήτου με άλλη αξιόποινη πράξη (π.χ. υπεξαίρεση, αυτοδικία) εκτός από κλοπή ή βία. Εδώ έναντι του τρίτου καλύπτεται πλήρως ασφαλιστικά το ατύχημα από τον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής όμως σύμφωνα με το άρθρο 25 περ. 7 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου οδηγού αλλά και κατά του ιδιοκτήτη.

γ) Σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτο από πρόθεση του οδηγού που δεν είναι κύριος. Εδώ κατά το άρθρο 25 περ. 1 Κ4/585/1978 ΑΥΕ καθιερώνεται αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή μόνο στις μεταξύ τούτου και του ασφαλισμένου σχέσεις. Έναντι του ζημιωθέντος τρίτου υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου ή κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Αν ο ασφαλιστής αποζημιώσει τον τρίτο, δικαιούται κατόπιν να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και κατόχου και του οδηγού απαιτώντας όσα κατέβαλε στον τρίτο. Αν η ζημία στον τρίτο προκαλείται κατά την οδήγηση από τον κύριο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, τότε υπάρχει και έναντι του τρίτου πλήρης αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή βάσει του άρθρου 6 § 1 Ν. 489/1976 με αντίστοιχη ανάληψη ευθύνης από το Επικουρικό Κεφάλαιο κατά το άρθρο 19 § 1 γ’ Ν. 489/1976. Δεν τίθεται τότε ζήτημα αναγωγής του ασφαλιστή αφού δεν υπάρχει περίπτωση να πληρώσει αυτός τον τρίτο.

δ) Άλλες περιπτώσεις παθολογίας της ασφαλιστικής σχέσης που θεμελιώνει δικαίωμα αναγωγής είναι η μη ολοκλήρωση, η ακυρότητα, η ακυρωσία, η λύση, η λήξη ή αναστολή της ασφαλιστικής σχέσης. Η ακυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως μπορεί να οφείλεται σε ανικανότητα για δικαιοπραξία ενός από τους συμβαλλομένους για λόγο προβλεπόμενο από το νόμο (π.χ. ηλικία, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων κλπ). Η ακυρωσία αφορά σύμβαση ασφάλισης που εμφανίζει ελάττωμα βουλήσεως λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Εάν κατά τη σύναψη της ασφαλίσεως ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος γνώριζε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, τότε ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή (άρθρο 5 § 2 Ν. 2496/1997). Περίπτωση λύσεως της σύμβασης μπορεί να έχουμε λόγω καταγγελίας από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο κατ’ άρθρο 9 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ ή λόγω καταγγελίας εξ αιτίας καθυστερημένης καταβολής του ασφαλίστρου κατ’ άρθρο 6 § 2 Ν. 2496/1997. Περίπτωση αναστολής της σύμβασης μπορεί να επέλθει σύμφωνα με το άρθρο 7 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ.  Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του τρίτου και δεν μπορεί να αντιτάξει προς αυτόν τα άνω γεγονότα παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 § 2 Ν. 489/1976, όμως έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου.

ε) Στις περιπτώσεις παραβάσεων ασφαλιστικών βαρών που βαρύνουν τον ασφαλισμένο, όπως για παράδειγμα η μη έγκαιρη ειδοποίηση του ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά το άρθρο 7 Ν. 2496/1997.

στ) Η περ. 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ όταν η ζημία προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί άδεια οδηγήσεως. Δεν έχει σημασία ότι στο αυτοκίνητο επέβαινε πρόσωπο εφοδιασμένο με άδεια αλλά δεν οδηγούσε. Εδώ εμπίπτουν και οι περιπτώσεις μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης κατ’ άρθρο 95 Ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.), ανάκλησής της λόγω μη ανανέωσης και αφαιρέσεώς της λόγω διάπραξης τροχαίων παραβάσεων.

ζ) Η προβλεπόμενη στην § 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, δηλαδή όταν η ζημία προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ. (Ν. 2094/1992). Η άνω περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του παθόντος τρίτου. Θεμελιώνεται όμως δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου του ασφαλιστή  με αίτημα την καταδίκη των τελευταίων να καταβάλουν σε αυτόν (στον ασφαλιστή) όσα ο τελευταίος υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

η) Η περίπτωση της §11 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, δηλαδή η μεταφορά επιβατών ή φορτίου πέρα του ανωτάτου ορίου εκ της άδειας κυκλοφορίας ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών.

θ) η περίπτωση της § 9 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ήτοι η πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο από όχημα που κατά το χρόνο του ατυχήματος δε χρησιμοποιείται για τη χρήση που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο και στην άδεια κυκλοφορίας του.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΜΕΣΙΤΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ : Με το Ν. 4072/2012 (και τις τροποποιήσεις του Ν. 4093/2012) τίθεται το ρυθμιστικό πλαίσιο άσκησης της μεσιτικής δραστηριότητας ενώ για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από αυτόν εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί μεσιτείας. Καθοριστικός είναι βεβαίως για το ρυθμιστικό πλαίσιο του μεσιτικού επαγγέλματος και ο ρόλος της μέχρι τώρα νομολογίας των πολιτικών δικαστηρίων.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΙΤΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ : Για την άσκηση του μεσιτικού επαγγέλματος απαιτείται το ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή κράτους-μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.). Προκειμένου περί νομικού προσώπου μία από τις παραπάνω ιδιότητες απαιτείται να έχει τουλάχιστον ένα μέλος του. Για την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας ακινήτων από νομικό πρόσωπο απαιτείται επιπλέον να προβλέπεται η παροχή τέτοιων υπηρεσιών στον καταστατικό σκοπό του και οι προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων να συντρέχουν στον πρόσωπο τουλάχιστον ενός από τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο. Εάν επιθυμεί να ασκήσει το μεσιτικό επάγγελμα πολίτης τρίτης χώρας απαιτείται να διαθέτει άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Για την απόδειξη της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης  πρέπει να προσκομίζεται ταυτότητα ή διαβατήριο εφόσον πρόκειται για Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή εφόσον πρόκειται για πολίτη τρίτης χώρας άδεια παραμονής και εργασίας ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.

Περαιτέρω θα πρέπει να διαθέτει απολυτήριο Λυκείου (ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής), να μην έχει τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης και να μην έχει καταδικαστεί για κακούργημα ή για ένα από τα απαριθμούμενα πλημμελήματα (κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, υπεξαίρεση στην υπηρεσία,  πλαστογραφία ή κατάχρηση ενσήμων, απιστία, ψευδορκία, δόλια χρεοκοπία, καταδολίευση δανειστών, τοκογλυφία, έκδοση ακάλυπτης επιταγής ή κάποιο έγκλημα σχετικό με το νόμισμα). Για την απόδειξη της συνδρομής των εν λόγω προϋποθέσεων προσκομίζεται από τον αιτούντα απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει καταδικαστεί για τα ανωτέρω αναφερθέντα αδικήματα και πιστοποιητικό ότι δεν έχει τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης.

Απαγορεύεται η άσκηση του μεσιτικού επαγγέλματος σε όσους μεσίτες έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής στέρησης του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος ή της προσωρινής παύσης ή της παρεπόμενης ποινής της απαγόρευσης άσκησης του επαγγέλματος αυτού για όσο καιρό αυτές διαρκούν.

Ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο επιμελητήριο προσκομίζοντας και τα αντίστοιχα πιστοποιητικά και έγγραφα και κατόπιν ελέγχου εγγράφεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Οι ανωτέρω αναφερθείσες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σε μόνιμη βάση, ελέγχονται από το αρμόδιο επιμελητήριο και εάν εκλείψει μία από αυτές μετά την εγγραφή του ενδιαφερομένου τότε αυτός  διαγράφεται. Μεσίτες αναγνωρισμένοι από κράτος-μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. που είναι εγκατεστημένοι εκεί και οι οποίοι εκτελούν στο πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών περιστασιακά μεσιτικές πράξεις στην Ελλάδα δεν έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕ.ΜΗ. εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του κράτους προέλευσης για την άσκηση μεσιτικών πράξεων.

Με τον Ν. 4072/2012 θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το ιδιώνυμο αδίκημα της  παράνομης μεσιτείας. Σαφής ratio του νομοθέτη ήταν να πατάξει το φαινόμενο της «παραμεσιτείας». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 202 Ν. 4072/2012 «Όποιος ενεργεί μεσιτικές πράξεις ή εμφανίζει τον εαυτό του ως μεσίτη αστικών συμβάσεων, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 198ν και χωρίς να έχει εγγραφεί στο Γ.Ε.ΜΗ., τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι (6) μήνες μέχρι 2 έτη ή με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ή και με τις δύο ποινές». Όταν επιπρόσθετα επέρχεται και βλάβη στην περιουσία άλλου τότε στοιχειοθετείται και το αδίκημα της απάτης κατ’ άρθρον 386 ΠΚ.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

            Ο καθορισμός συνολικής ποινής (συγχώνευση) προϋποθέτει ύπαρξη κατά του αυτού προσώπου περισσότερων της μιας καταδικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΑΠ (Ολομ. ΑΠ 4/2005) δεν απαιτείται οι καταδικαστικές αποφάσεις να είναι αμετάκλητες, παρότι η γραμματική διατύπωση του άρθρου 551 παρ. 1 ΚΠΔ το απαιτεί.

            Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 4 εδ. α ΚΠΔ η αίτηση για καθορισμό συνολικής ποινής υποβάλλεται από τον καταδικασθέντα ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα αυτοπροσώπως ή από συνήγορο που έχει ειδική εντολή γι’ αυτό. Αν αυτός που υποβάλλει την αίτηση κρατείται, τότε δεν είναι υποχρεωτική η προσαγωγή του στο δικαστήριο και μπορεί να εκπροσωπηθεί από συνήγορο που διορίζεται με απλή επιστολή, την οποία πρέπει να έχει θεωρήσει ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης,  με την οποία χορηγεί την πληρεξουσιότητα στο συνήγορο και αιτείται τη συγχώνευση των ποινών.

            Ο προσερχόμενος αυθορμήτως ενώπιον του Εισαγγελέως Εκτελέσεως Ποινών προς υποβολή αιτήσεως συγχωνεύσεως των ποινών του πρέπει προηγουμένως να έχει μεριμνήσει δια συνηγόρου νομίμως εξουσιοδοτημένου να ενημερωθεί επί του φακέλου του, του τηρούμενου στο τμήμα εκτελέσεως της Εισαγγελίας, κατά τρόπο, ώστε να γνωρίζει ποιες ακριβώς αποφάσεις εκκρεμούν εναντίον του. Κατόπιν προσέρχεται και υποβάλλει σχετική αίτηση στην οποία αναγράφονται οι προς συγχώνευση αποφάσεις με τη σειρά (ποινή βάσης-συντρέχουσες επί μέρους ποινές) και παραιτείται από την προθεσμία κλητεύσεως και την κλήτευσή του. Η αίτηση συνοδεύεται :

1) από υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 περιέχουσα τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος, Α.Φ.Μ. και διεύθυνση κατοικίας, 2) επικυρωμένα αντίγραφα των καταδικαστικών αποφάσεων (αποσπάσματα ανέκκλητων-πλήρη πρακτικά εφέσιμων). Τα αντίγραφα των αποφάσεων πρέπει να επικυρώνονται από το γραμματέα του αρχείου του οικείου δικαστηρίου. Οι επιμέρους ποινές, εφόσον είναι συνολικές, θα πρέπει να αναφέρονται στα αντίγραφα αναλυτικά. Οι εφέσιμες (αλλά εκτελεστές) αποφάσεις, θα πρέπει να συνοδεύονται από βεβαίωση του γραμματέως του Τμήματος Ποινικών ενδίκων μέσων του οικείου δικαστηρίου περί του ότι του αν ασκήθηκε κατά αυτών ένδικο μέσο. Για τις αποφάσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης, πρέπει πρώτα να ανακληθούν οι τυχόν αναστολές, ώστε οι αποφάσεις να είναι άμεσα εκτελεστές.

            Με την υποβολή αιτήσεως για συγχώνευση των ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν με περισσότερες εκτελεστές καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος ενός κατηγορουμένου είναι προφανές πως ο τελευταίος επωφελείται. Και αυτό γιατί δεν καλείται πια να εκτίσει αθροιστικά τις ποινές που του επιβλήθηκαν με τις περισσότερες αποφάσεις. Αντιθέτως αν τελικώς γίνει δεκτή από το δικαστήριο η υποβληθείσα αίτησή του, τότε θα κληθεί πλέον να εκτίσει μία και μοναδική συνολική ποινή. Η δε συνολική ποινή είναι οπωσδήποτε πολύ μικρότερης χρονικής διάρκειας από το άθροισμα των επιμέρους ποινών που επιβλήθηκαν με τις περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, αν σε βάρος ενός κατηγορουμένου επιβλήθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με πέντε καταδικαστικές αποφάσεις ποινές φυλακίσεως 2 ετών, 3 ετών, 3 ετών, 4 ετών και 5 ετών αντίστοιχα, τότε το άθροισμα των ποινών αυτών φτάνουν τα 17 έτη φυλάκισης. Αν γίνει όμως συγχώνευση των ποινών αυτών, με την επαύξηση της διάρκειας της βαρύτερης επιβληθείσας ποινής κατά ένα έτος για την πρώτη, κατά ενάμιση έτος για τη δεύτερη, κατά ενάμιση έτος για την τρίτη και κατά δύο έτη για την τέταρτη (5+1+1,5+1,5+2) και ανάλογα με την κρίση του δικαστηρίου για το ποσοστό της επαύξησης της κύριας ποινής τότε η συνολική ποινή θα καθοριστεί ενδεχομένως στα 11 έτη φυλακίσεως. Η διάσταση της διάρκειας του αθροίσματος των μη συγχωνευμένων ποινών και της διάρκειας της συνολικής καθορισθείσης ποινής είναι συνεπώς προφανής (17 έτη φυλάκισης στην πρώτη περίπτωση, ενδεχομένως 11 έτη φυλακίσεως στη δεύτερη).

            Για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπόψη η μεγαλύτερη από τις ποινές και εάν πρόκειται για ποινές ίσης διάρκειας λαμβάνεται υπόψη η νεώτερη απόφαση. Αν όμως μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που έχει καθορίσει αμετάκλητα συνολική ποινή και αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις, τότε για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή.

            Αρμοδιότητα για τον καθορισμό της συνολικής ποινής που πρέπει να εκτιθεί έχει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, αν την ποινή που λαμβάνεται ως βάση επέβαλε το Μονομελές ή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Αν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από το Πταισματοδικείο, τότε αρμόδιο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής είναι το δικαστήριο αυτό. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αρμόδιο για καθορισμό συνολικής ποινής είναι το Μονομελές Εφετείο.

        Το δικαστήριο αποφαίνεται, αφού ακούσει τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του καθώς και τον εισαγγελέα.

       Κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως από τον καταδικασμένο και από τον εισαγγελέα.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.

ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Βασίλειος Δ. Χριστομάνος
Δικήγορος παρ’ Αρείω Πάγω (ΑΜΔΣΘ 7305)
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής (379/0713)

            Ο Νόμος 4356/22-12-2015 (ΦΕΚ Α 181/24-12-2015) ρυθμίζει σήμερα το σύμφωνο συμβίωσης στην ελληνική έννομη τάξη. Το σύμφωνο συμβίωσης εισήχθη για πρώτη φορά στο ελληνικό Οικογενειακό Δίκαιο με τον Ν. 3719/2008. Σκοπός του Ν. 3719/2008 ήταν να ρυθμίσει ορισμένα μόνο ζητήματα της εκτός γάμου συμβίωσης με τη μορφή του συμφώνου συμβίωσης και όχι να ρυμθμίσει συνολικά την «ελεύθερη ένωση» δύο ετερόφυλων προσώπων.

Ριζική μεταρρύθμιση στο ελληνικό Οικογενειακό Δίκαιο επέφερε ο Ν. 4356/2015 δεδομένου ότι πλέον και ζευγάρια του ίδιου φύλου μπορούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, κάτι το οποίο ρητά απαγορευόταν στον προηγούμενο Ν. 3719/2008. Ο Ν. 4356/2015 επέκτεινε κατ’ ουσίαν τις ρυθμίσεις του Ν. 3719/2008 και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Σύμφωνο συμβίωσης είναι κατά τον ορισμό του άρθρου 1 του Ν. 4356/2015 η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων ανεξάρτητα από το φύλο τους με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους. Η συμφωνία αυτή καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς και αυτοπροσώπως, ενώ η ισχύς του ξεκινά από την κατάθεσή αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας των προσώπων αυτών, όπου γίνεται καταχώρισή του σε ειδικό βιβλίο που τηρείται στο Ληξιαρχείο.

Για τη σύναψη του συμφώνου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, συνεπώς εάν ένα από τα δύο πρόσωπα είναι ανήλικο ή έχει τεθεί σε καθεστώς μερικής ή ολικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης δεν μπορεί να συναφθεί το σύμφωνο εγκύρως.

Σύναψη συμφώνου δεν επιτρέπεται εάν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερομένων προσώπων ή του ενός από αυτά, εάν μεταξύ των συμβαλλομένων προσώπων υπάρχει συγγένεια εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι τον τέταρτο βαθμό ή εξ αγχιστείας συγγένεια σε ευθεία γραμμή και τέλος μεταξύ του θετού γονέα και του θετού τέκνου.  Αν παρά τις ανωτέρω απαγορεύσεις συναφθεί σύμφωνο θα είναι άκυρο, όπως άκυρο είναι και το εικονικό σύμφωνο.

Το σύμφωνο λύνεται με έναν από τους εξής τρόπους : α) με συμφωνία των μερών που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και αυτοπροσώπως ενώπιον του συμβολαιογράφου, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον προηγουμένως επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις μήνες από την επίδοση αυτήν και γ) αυτοδικαίως αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών (η τελευταία περίπτωση αφορά μόνο ζευγάρια διαφορετικού φύλου, αφού γάμος μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών δεν έχει θεσπιστεί στο ελληνικό δίκαιο). Η λύση του συμφώνου ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του.  Για τη διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το γάμο, εκτός εάν τα μέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωμα κατά την κατάρτιση του συμφώνου.

Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση ως προς το σύμφωνο. Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός εάν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης.

Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κληρονομικού Δικαίου του Αστικού Κώδικα, ωστόσο το ένα ή και τα δύο μέρη κατά την κατάρτιση του συμφώνου μπορούν να παραιτηθούν από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα.

Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η γυναίκα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Η γονική μέριμνα του τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου ανήκει στους δύο γονείς από κοινού, ενώ τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο.

Ως προς το επώνυμο των τέκνων που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του συμφώνου (ή μέσα σε τριακόσιες μέρες από τη λύση ή την ακύρωσή του) τα τέκνα αυτά φέρουν το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους που περιέχεται στο σύμφωνο ή και σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο πριν τη γέννηση του τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται υποχρεωτικά πρέπει να περιλαμβάνει το επώνυμο του ενός από τους δύο γονείς ή συνδυασμό των επωνύμων τους, όμως δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν δηλαδή ο ένας από τους δύο γονείς έχει σύνθετο επώνυμο, τότε το επώνυμο του τέκνου θα σχηματιστεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα του γονέα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του και πρώτο τίθεται το επώνυμο με αρχικό που προηγείται στο αλφάβητο. Το επώνυμο αυτό πρέπει υποχρεωτικά να είναι κοινό για όλα τα τέκνα που προέρχονται από τους γονείς αυτούς που έχουν συνάψει το σύμφωνο.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Το ανωτέρω κείμενο απευθύνεται κυρίως σε πολίτες και όχι μόνο σε νομικούς. Για το λόγο αυτό και για την ουσιαστικότερη κατανόησή του οι πληροφορίες που αναρτώνται είναι γενικές και απλουστευμένες καθώς στοχεύουν στην ενημέρωση των μη νομικών και όχι στη συνεισφορά σε επιστημονικό επίπεδο.